Δικαστικές αποφάσεις 2016

09Φεβ 2017

 

ΑΡΙΘΜΟΣ

1579/Φ 3863/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Συγκροτήθηκε από την  Ειρηνοδίκη  Χ…….. Χ……, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου  Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία και της  Γραμματέα Α………. Ι…….

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 4 Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ:  Μ….. Π…….. του Γ……., κατοίκου Ά.. Κ……, οδός Π…… αρ. ..-.., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο με την  πληρεξούσια  δικηγόρο   της  Άννα Κορσάνου.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ, οι οποίες έχουν καταστεί διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748 § 2 ΚΠολΔ) :  1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «E……. E……. A.E.»,  που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ό….. αρ. . και  εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Καλλιόπης Ευαγγέλου, 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Ε….. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.»,  που εδρεύει στην Αθήνα, οδός α….. αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο, 3) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Α… Τ…… Α…… Ε…….»,  και το διακριτικό τίτλο «Α…. Β…»,  που εδρεύει στην A…., οδός Σ…… αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα,  η οποία δεν παραστάθηκε στο Δικαστηρίου.

Η αιτούσα με την από 30-52013 αίτηση της,  διαδικασία  εκουσίας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 3863/2013 και αριθμό πινακίου ΡΟ 3, ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Επί της αιτήσεως αυτής με την από 31-5-2013 πράξη της Ειρηνοδίκη Αθηνών, ορίστηκε ημέρα συζήτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως πιο πάνω σημειώνεται.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 6.186 και 6.189/4-6-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Σ………., που προσκομίζει η αιτούσα, ακριβές  αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως του με πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο  αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη και τρίτη εκ των πιστωτριών εταιριών. Επομένως, εφόσον αυτές δεν παραστάθηκαν κατά τη σημερινή ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικαστούν ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να είναι όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 754 ειδ. 2 ΚΠολΔ αναλογικά εφαρμοζόμενοι).

Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητάει την διευθέτηση των οφειλών της από το Δικαστήριο κατά το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο, ώστε να επέλθει η απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των πιστωτών της που περιλαμβάνονται στην υποβληθείσα απ’ αυτήν κατάσταση, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας της αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση. Η κρινόμενη αίτηση, αρμόδια φέρεται για συζήτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου της περιφέρειας  της κατοικίας της αιτούσας, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν. 3869/2010), εφόσον για παραδεκτό της:  α. τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με την διαμεσολάβηση φορέα απ’ αυτούς που έχουν σχετική εξουσία από τον νόμο [άρθρο 2 του ν. 3869/2010, πριν την τροποποίηση του νόμου αυτού για τον ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-6-2013)], όπως συνάγεται από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του άρθρου 2 § 2 του ν. 3869/2010 περί αποτυχίας της απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού (βλ. την από 1-4-2013 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού της δικηγόρου Άννας Κορσάνου,  με ημερομηνία αποτυχίας την 1-4-2013, η οποία επέχει θέση βεβαίωσης περί αποτυχίας της απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού),  β. κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 § 1 του ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και  γ. δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση της για ουσιαστικού λόγους, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για την διευθέτηση των οφειλών της με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρεών, όπως προέκυψε από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση, παραδεκτά εισάγεται  προς συζήτηση μετά:  α. την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 § 1 του ν. 3869/2010,  β. την εμπρόθεσμη κατάθεση στην γραμματεία του δικαστηρίου αυτού των εγγράφων του άρθρου 4 § 2 του ν. 3869/2010 (βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων κλπ.) και  γ.  την αποτυχία του δικαστικού συμβιβασμού, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις πιστώτριες τράπεζες. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 § 3, 8, 8, 9 και 11 και ν. 3869/2010, και επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η παρατεταμένη καθ’ ης τραπεζική εταιρία, προτείνει την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού δεν είχε ποτέ την εισοδηματική επάρκεια για να είναι συνεπής με τις δανειακές της υποχρεώσεις και ενώ το γνώριζε αυτό, συνέχιζε να συνάπτει νέες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, πρέπει να ερευνηθεί περεταίρω και κατ’ ουσία. Επίσης, προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αίτησης εκ μέρους της αιτούσας, καθώς η τελευταία, ενώ προέβη σε δανεισμό εν γνώσει της εισοδηματικής της κατάστασης, ζητεί σήμερα ουσιαστικά την απαλλαγή της από οποιαδήποτε καταβολή και με εξαίρεση και της ακίνητης περιουσίας της. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου και του ότι το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών καθορίζεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη, χωρίς κάποιο περιορισμό, αρκεί να είναι επαρκώς προσδιορισμένο ώστε να μπορεί να προκαλέσει τη συναίνεση των πιστωτών και τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού, η τελική δε ρύθμιση γίνεται από το Δικαστήριο. Τέλος, προτείνει την ένσταση παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης εκ μέρους της αιτούσας, γιατί το αναφερόμενο στην αίτηση εισόδημά της υπολείπεται του κόστους διαβίωσής της, και επομένως, αποκρύπτει εισοδήματα.  Η ένσταση αυτή, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 10  παρ. 1 του άρθρου 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’  ουσία.

Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο εξέτασης της αιτούσας στο ακροατήριο, η οποία περιλαμβάνει στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, δημόσια και ιδιωτικά, αλλά εκ των οποίων λαμβάνονται υπ’ όψιν προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και για ορισμένα εκ των οποίων, γίνεται ειδικότερη μνεία κατώτερο, καθώς και από εκείνα, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους – παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 αι 739 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’  όψιν αυτεπαγγέλτως, προέκυψαν τα ακόλουθα :  Η αιτούσα, η οποία είναι σήμερα 54 ετών, είναι έγγαμη με τον Κ………. Τ…….. και μητέρα δύο ενηλίκων τέκτων, του Χ……… ηλικίας 27 ετών και του Γ……., ηλικίας 25 ετών.  Εργάζεται από 1-10-2005 στο Ι…….. Τ…..  Α………  με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με μικτές αποδοχές 1620 ευρώ και καθαρές 1.218,82 ευρώ (βλ. την από 19-10-2016 μισθοδοσία). Ο σύζυγός της εργαζόταν, ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρία Ο……, με ετήσια εισοδήματα περί τις 23.113,87 ευρώ (βλ. έντυπο Ε1 δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2015), ωστόσο του κοινοποιήθηκε καταγγελία της σύμβασής του και από 31-10-2016 είναι άνεργος (βλ. έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου).  Η διάσταση που επικαλείται η αιτούσα δεν αποδείχτηκε, καθώς η ίδια συνομολογεί ότι διαμένει στην ίδια οικία με το σύζυγό της, ο οποίος στην περίπτωση που ανεύρει εργασία, θα συνεισφέρει στις δαπάνες διαβίωσής του.  Η ακίνητη περιουσία της αποτελείται από την αποκλειστική κυριότητα σε ποσοστό 100% ενός διαμερίσματος, τρίτου ορόφου,  επιφανείας 91 τ.μ., με βοηθητικούς χώρους επιφανείας 12 τ.μ., που βρίσκεται στην Α…., επί της οδού Π….. αρ. ..-.., αντικειμενικής αξίας 123.288 ευρώ, όπως προκύπτει από το ΕΤΑΚ έτους 2008. Επίσης, της ανήκει α) η ψιλή κυριότητα ενός ισογείου διαμερίσματος επιφανείας 44,50 τ.μ., στην Α…., επί της οδού Ζ…. αρ. ..,  β) το 75% εξ αδιαιρέτου μίας μη καλλιεργήσιμης έκτασης, επιφανείας 1.250 τ.μ., στη θέση Λ…. Α…….. και γ) το 0,26316% μιας μη καλλιεργήσιμης έκτασης επιφανείας 219.000 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Τ…….., στη θέση Α…….-Τ………. Άλλη πηγή εισοδήματος δεν διαθέτει, η οικονομική της δε κατάστασης είναι μόνιμη και οφείλεται στη δυσχερή οικονομική κατάσταση της χώρα την τρέχουσα περίοδο, η κατάσταση δε αυτή δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω της ηλικίας της,  απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού της καθ’ ης, περί ανειλικρινούς δήλωσης, λόγω δόλιας απόκρυψης εισοδημάτων.  Οι δαπάνες της περιορίζονται σ’  αυτές που απαιτούνται για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών της ιδίας, του συζύγου της, ο οποίος είναι άνεργος και των τέκνων της, αφού διαμένουν μαζί της και είναι επίσης άνεργα (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, υπολογιζόμενοι μαζί με τους φόρους, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη κλπ.) λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο και του γεγονότος ότι η ίδια, λόγω βεβαρημένης υγείας, αφού έχει υποβληθεί σε υστερεκτομή, πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα και υπέρταση, έχει αυξημένες δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 99), πλην εκείνων που είναι εξασφαλισμένα με ειδικό προνόμιο η εμπράγματο δικαίωμα, τα οποία συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.  Συγκεκριμένα, η αιτούσα είχε λάβει από την πρώτη καθ’ ης, ένα καταναλωτικό δάνειο, η οφειλή της από το οποίο ανερχόταν στις 22-6-2012, στο ποσό των 43.651,74 ευρώ, (βλ. την από 22-6-2016 βεβαίωση οφειλών της πρώτης καθ’ ης). Από τη δεύτερη καθ’ ης είχε λάβει καταναλωτικό δάνειο, η οφειλή της από το οποίο, ανερχόταν στις 25-6-2012 στο ποσό των 32.404,36 ευρώ, (βλ. την από 25-6-2012 βεβαίωση οφειλών στις δεύτερης καθ’ ης). Τέλος, από την τρίτη καθ’ ης, είχε λάβει ένα καταναλωτικό δάνειο, η οφειλή της από το οποίο ανερχόταν στις 11-2-2013 στο ποσό των 6.688,85 ευρώ (βλ. την από 11-2-2013 βεβαίωση οφειλής της τρίτης καθ’ ης). Να σημειωθεί, τέλος,  ότι όλα τα αναφερόμενα ποσά είναι διαφοροποιημένα, αφενός μεν λόγω της τοκοφορίας τους μέχρι την επίδοση της αιτήσεως, αφού όλα τα χρέη είναι ανέγγυα, αφετέρου δε λόγω των καταβολών που η αιτούσα έχει κάνει έως σήμερα προς μερική εξόφληση των χρεών της, βάσει της από 7-10-2013 προσωρινής διαταγής, ύψους 10.500 ευρώ, για τα οποία δεν αντιλέγει η παριστάμενη καθ’ ης και τα οποία θα πρέπει να συνυπολογιστούν στο ποσό των οφειλών της.

Με βάση όλα τα προλεχθέντα, η αιτούσα έχει περιέλθει πλέον χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές της οφειλές προς τις ανωτέρω πιστώτριές της, εφόσον το σημερινό της εισόδημα είναι εμφανώς μειωμένο σε σχέση με το εισόδημα που λάμβανε κατά το χρόνο λήψης των δανείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκομίζονται, δεδομένα όμως που άλλαξαν με τη μείωση των μισθών, σε συνδυασμό και με τα προβλήματα υγείας που ακολούθως η αιτούσα αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει, τα οποία οπωσδήποτε έχουν επιβαρύνει τα οικονομικά της δεδομένα, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών που πρότεινε η παριστάμενη καθ’  ης. Συνεπώς, συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στην ρύθμιση του νόμου 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 § 2 και 9 § 2. Θα πρέπει δηλαδή να γίνει συνδυασμός των δύο ρυθμίσεων του νόμου και συγκεκριμένα αυτής του άρθρου 8 § 2 για μηνιαίες καταβολές επί 3ετία, και αυτής του άρθρου 9 § 2 για σταδιακές καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της. Αντιθέτως, δεν κρίνεται σκόπιμη η ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών της, εφόσον, αφενός μεν, τέτοια απόπειρα ρευστοποίησης κρίνεται ασύμφορη λόγω της μικρής αξίας των ποσοστών της επί των ακινήτων αυτών, αφετέρου δε γιατί με την παρακάτω ρύθμιση θα εξοφλήσει  ολόκληρο το χρέος της.

Έτσι η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει κατά πρώτο λόγο με τον ορισμό μηνιαίων δόσεων προς τις καθ’ ων από τα εισοδήματά της επί τριετία. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προειρημένα αναφορικά με τα τωρινά εισοδήματα της αιτούσας, συνεκτιμώντας και το ότι δεν επιβαρύνεται με δαπάνη ενοικίου, και σταθμίζοντας τα με τις βιοτικές της ανάγκες, καθώς και την ανεργία του συζύγου της και των τέκνων της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ως άνω μηνιαία καταβολή προς τις καθ’ ων πρέπει να οριστεί στο συνολικό ποσό των 150 ευρώ, το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες συμμέτρως διανεμόμενο.

Επίσης, η αιτούσα θα πρέπει να ενταχθεί και στη ρύθμιση του άρθρο 9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η πιο πάνω κύρια κατοικία της, με την καταβολή ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, η καταβολή του οποίου είναι υποχρεωτική από το νόμο (βλ. ΕιρΠατρ 407/13, 265/14 ΝΟΜΟΣ, Αθ. Κρητικός «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» 3η εκδ. σελ. 338 επ.).  Η αντικειμενική αξία της κατοικίας αυτής δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμη φορολογούμενη με δύο τέκνα, όπως η αιτούσα. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10. Το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, που αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό του ποσού των μηνιαίων δόσεων ανέρχεται σε 98.630,4 ευρώ (123.288 ευρώ x 80%), το οποίο είναι μεγαλύτερο του υπολοίπου της οφειλής της μετά το συνυπολογισμό των καταβολών επί 3ετία της πρώτης ρύθμισης της αιτούσας, που ανέρχεται σε 77.344,95  ευρώ, δηλαδή 82.744,95 ευρώ το σύνολο του χρέους, μείον 5.400 ευρώ οι συνολικές καταβολές επί τριετία και συνεπώς πρέπει να εξοφληθεί πλήρως. Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού των 77.344,95 ευρώ, θα πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της, αλλά θα καταβάλλει μέχρι την εξόφληση των οφειλών της, αφού αφαιρεθεί από την κάθε πιστώτριά της, το ποσό που έχει καταβάλλει δυνάμει της από 7-10-2013 προσωρινής διαταγής. Έτσι το ποσό κάθε  μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 322,27 ευρώ, δηλαδή 77.344,95: 240 (20 χρόνια Χ 12), συμμέτρως διανεμόμενο της καθ’ ων, αφού όλα τα χρέη είναι ανέγγυα. Παράλληλα, θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος, τριών χρόνων, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών επί τριετία και να επιβαρυνθεί με δύο μηνιαίες δόσεις σε κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της. Η  καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της αιτούσας θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα τρία χρόνια  μετά λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της, με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών της, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 § 1 του ν.  3869/2010), μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται με την  απόφαση αυτή, ενώ, τέλος, δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ’ άρθρο 8 § 6 του ν. 3869/2010. Εξάλλου, εφόσον, δεν προβλέπεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως αυτής [άρθρο 14 του ίδιου νόμου] δεν ορίζεται σχετικό παράβολο.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

         ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης και τρίτης των καθ’ ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

         ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση         .

          ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές  προς τις καθ’ ων πιστώτριές της επί μία τριετία ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ άτοκα, συμμέτρως διανεμόμενο, το οποίο θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο  τριήμερο κάθε  μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της απόφασης.

                   ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας και συγκεκριμένα ένα διαμέρισμα, τρίτου ορόφου, επιφανείας 91 τ.μ., με βοηθητικούς χώρους 12 τ.μ., που βρίσκεται στην Α…., επί της οδού Π….. αρ. ..-.., που της ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα και σε ποσοστό 100%.

         ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας της μηνιαίως επί είκοσι (20) χρόνια, ήτοι επί διακόσιους σαράντα (240) μήνες, το ποσό των τριακοσίων είκοσι δύο ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (322,27) προς τις καθ’ ων πιστώτριές της, συμμέτρως διανεμόμενο. Η καταβολή της μηνιαίας αυτής δόσης θα ξεκινήσει την 1η εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και έκτοτε θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Αθήνα στις 29-12-2016, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων της αιτούσας κατά της πρώτης καθ’ ης.

 

          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ               

 

              Χ…….. Χ……                                  Α……… Ι……

           

25Ιάν 2017

ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ. ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΗ ΔΑΝΕΙΟΥ 220.000 ΕΥΡΩ ΤΕΛΙΚΑ ΘΑ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ 42.000 ΕΥΡΩ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ  (Ν. 3869/2010)

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

49/2016

Αρ. έκθεσης κατάθεσης αίτησης : 408/2013

 Αρ. έκθεσης κατάθεσης κλήσης : 326/2015

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

 

 

Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη  Μ……. Ε…… Μ…… και τη Γραμματέα Ε…. Μ…..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ:  Α……… Κ…… του  Α………. και της Μ…..,  κατοίκου Κ…… Α……, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο  μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου  του Γλυκερίας Παπακαλαμπόκη.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ, οι οποίες κατέστησαν  διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 § 2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής :

α) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.»  που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ό….. αρ..) και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.

β) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.»,  που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σ…… αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στη θέση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με τη επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» λόγω συγχωνεύσεως τους, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας  δικηγόρου  της Α….. Π…………

γ) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», που εδρεύει στην A…. (οδός Α….  αρ. .) και εκπροσωπείται νόμιμα,  ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «C….. P……B… P….. C. L..», όπως μετονομάσθηκε η τράπεζα με την επωνυμία «Μ….. P…… B… P….. C. LTD», καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Μ….. Ε…… Τ…… Α.Ε.», η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.

Ο αιτών ζητά  να γίνει δεκτή  η από 04.10.2013 αίτηση του, εκουσίας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 408/20.11.2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της10ης.11.2020 και γράφτηκε στο πινάκιο. Με την από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήση του ο αιτών ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό της κρινόμενης  αίτησης, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Α υποπαρ. Α 4 του Ν. 4336/2015, η οποία επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη σημερινή δημόσια  συζήτηση της υποθέσεως, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι  πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ’ αριθμ. 6655/21.11.2013, 6656/21.11.2013 και 6657/21.11.2013, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 12-11-2020 και ημερομηνίας επικύρωσης προδικαστικού συμβιβασμού ή συζήτησης προσωρινής διαταγής για την 12-02-2014 επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως. Από της ως άνω επιδόσεως, οι τελευταίες κατέστησαν διάδικοι εκ του νόμου, διότι, όπως στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 748 του ΚΠολΔ στα πλαίσια της εκουσίας διαδικασίας έχει ήδη κριθεί ότι ο τρίτος της κλητεύσεώς του, καθίσταται διάδικος (βλ. σχετικά ΟλΑΠ 974/1980 ΝοΒ 29 σελ. 294), για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθίσταται διάδικος και ο υποχρεωτικά καλούμενος πιστωτής υπό τους όρους και δυνάμει της διατάξεως  της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν.  3869/2010. Ομοίως από τις υπ’ αριθμ.  3976/14.12.2015, 8960/14.12.2015 και 8983/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο  αντίγραφο της από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήσεως, με πράξη επαναπροσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεσή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη και η τρίτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών δεν εμφανίστηκαν, συνεπώς πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο κατά τις επιταγές της παρ. 2 του άρθρου 754 του ΚΠολΔ, θα προχωρήσουν στην έρευνα της υποθέσεως σαν να είχαν αυτές εμφανισθεί.

Με την κρινόμενη, αίτηση, ο αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη, άνευ δόλου αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζητά κατ’ ορθή εκτίμηση του υπό κρίση δικογράφου τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά καθώς και την εξαίρεση της κύρια κατοικίας του από την εκποίηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.

Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος, που καταχωρήθηκε στα τηρούμενα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), η τελευταία παραδεκτά και νόμιμα επικαιροποίησε – συμπλήρωσε την υπό κρίση αίτηση σε ότι αφορά τα μηνιαία έσοδα του αιτούντος, τα οποία ανέρχονται πλέον λόγω ανευρέσεως τετραώρου εργασίας στο ποσό των 480 ευρώ καθαρά.

Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ο αιτών, κατά τη προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), καθόσον για το παραδεκτό της: i) τηρήθηκε η προδικασία του προδικαστικού  συμβιβασμού που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5§2, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 85 του Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί με το άρθρο 13 του Ν. 4161/2013, με τη βεβαίωση της αποτυχίας αυτού, όπως προκύπτει από τις 16.12.2013 και από 17.12.2013 υποβληθείσες παρατηρήσεις της πρώτης και τρίτης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών (σημειωτέον ότι η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη τράπεζα δεν υπέβαλλε τις απόψεις  της επί του σχεδίου ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος, ωστόσο η παράλειψη αυτή οδηγεί μόνο σε τεκμαιρόμενη κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.  Ν. 3869/2013 άρνηση του συμβιβασμού σε συνδυασμό με την έκδοση της από 14.05.2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου), ii) τηρήθηκε η εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση της αίτησης μέσα στην προθεσμία των 15 ημερών από την κατάθεσή της, όπως προβλέπεται η διάταξή του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 άρθρου 85 Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί  με το άρθρο 13 Ν. 4161/2013, προς τις πιστώτριες του αιτούντα και την εγγυήτρια Μ…. Κ…… του Ε……. (βλ. τις  υπ’ αριθμ. 6655/21.11.2013, 6656/21.11.2013 και 6657/21.11.2013 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………, σε συνδυασμό με τη ημερομηνία κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, ήτοι την 04-10-2013 καθώς και τις υπ’ αριθμ. 3976/14.12.2015,  8960/14.12.2015 και 8983/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 326/07.12.2015 κλήσεως)  iii)  έγινε επικαιροποίηση  του φακέλου του αιτούντα που τηρείται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με την κατάθεση σχετικών εγγράφων  (βλ. την από 279/17.02.2016 έκθεση εγχειρήσεως καταλόγου εγγράφων του Γραμματέα του παρόντος Ειρηνοδικείου) και iv) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντα για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ αρθ. 13 παρ. 2 ν. 3869/10 (βλ. την υπ’ αριθμ. 650/24-10-2016 βεβαίωση της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010 αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (Κρητικός, ρύθμιση Ν. 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν/64- Ανάτυπο σελ. 1477) και το συνολικό ύψος των βιοτικών του αναγκών, ουδέν άλλο δε στοιχείο απαιτείται για τη πληρότητα της. Ομοίως, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου και το ορισμένο της αίτησης να αναφέρονται τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης (υπερδανεισμού) του οφειλέτη και οι συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του καθώς και το χρονικό σημείο από το οποίο και εντεύθεν αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις (βλ. Βενιέρη-Κατσά, «ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 3869/2010», σελ. 132, 137 και 2η έκδοση σελ. 85, ΕιρΛαρ 106/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ), ή ο χρόνος σύναψης των συμβάσεων ανάληψης των χρεών ή εν γένει ο χρόνος ανάληψης των χρεών του (ΕιρΗρακλ 696/2011 ΤΝΠΔΣΑ,  ΕιρΘεσσ  6329/2012 ΕιρΚιλκις 30/2012 Νομος), ή ότι τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση έχουν αναληφθεί κατά το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της, καθώς τα στοιχεία αυτά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, απορριπτόμενης ως εκ τούτου της προβληθείσας από την δεύτερη πιστώτρια τράπεζα ένστασης αοριστίας, ως ουσία αβάσιμης. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη χρεών τα οποία ανελήφθησαν τον τελευταίο χρόνο πριν την κατάθεση της αίτησης και εξαιρούνται από τη ρύθμιση ανάγεται σε στοιχείο το οποίο αφορά τη νομιμότητα και όχι το ορισμένο της αίτησης. Σε περίπτωση που μεταξύ των προς ρύθμιση χρεών υπάρχουν και χρέη τα οποία αναλήφθηκαν το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης, τότε η αίτηση θα είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται σε αυτά και θα γίνει δεκτή ως προς τα υπόλοιπα τα οποία θα ρυθμιστούν με τη ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου (Ε…… Κ………. –  Σ………., η απόφαση διευθέτησης οφειλών κατά το νόμο  3869/2010, Αρμ 2010.1478). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι υποβάλλονται προς ρύθμιση χρέη τα οποία έχουν αναληφθεί τον τελευταίο χρόνο πριν την κατάθεση της αίτησης αποτελεί ισχυρισμό τον οποίο οφείλουν να προτείνουν και να αποδείξουν  οι πιστώτριες κατ’  άρθρο 262 και 338 ΚΠολΔ, οι οποίες σαφώς και γνωρίζουν η καθεμία χωριστά το χρόνο ανάληψης κάθε οφειλόμενου προς αυτές χρέους, προκειμένου το αίτημα για τη ρύθμιση αυτού του χρέους (που αναλήφθηκε εντός του προ της κατάθεσης έτους) να απορριφθεί ως μη νόμιμο, (βλ. Βενιέρη – Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/3010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, σελ. 137). Περαιτέρω, οι πιστώτριες δεν μπορούν να αξιώνουν  από τον οφειλέτη την αναφορά στην αίτησή του περισσότερων στοιχείων από όσα οι ίδιες του παρέχουν, διότι η εμμονή στην ανάγκη αναλυτικής παράθεσης των απαιτήσεων θα οδηγούσε σε αφαίρεση της δυνατότητας για δικαστική προστασία του οφειλέτη και μάλιστα λόγω της συμπεριφορά των δανειστών, οι οποίοι στις  σχετικές αναλυτικές καταστάσεις οφειλών που χορηγούν στους οφειλέτες τους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 3869/2010, δεν κάνουν καμία αναφορά στο χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων (βλ. Βενιέρη – Κατσά, ό.π. σελ. 133). Συνεπώς, εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα στην αναλυτική κατάσταση οφειλών την οποία χορηγούν στους οφειλέτες δεν αναφέρουν το χρόνο χορήγησης των δανείων δεν μπορούν να αξιώνουν από αυτούς την παράθεση αυτού του στοιχείου στην αίτηση. Άλλωστε, η κάθε τράπεζα γνωρίζει πότε χορήγησε το δάνειο και συνεπώς, αν αυτό έχει αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης και συνεπώς εξαιρείται της ρύθμισης, μπορεί να το επικαλεστεί και να το αποδείξει πετυχαίνοντας την εξαίρεση αυτού του χρέους από τη ρύθμιση, αφού αυτή είναι η μοναδική κύρωση που θα επέλθει και μόνο ως προς το δάνειο αυτό. Είναι δε η κρινόμενη αίτηση νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9, 11 και Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013 πλην α) του αιτήματος να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως οφειλών κατ’ άρθρο 7 του Ν. 3869/2010, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, (7 του Ν. 3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωσή του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση, β) του αιτήματος να εξαιρεθεί από την εκποίηση το περιγραφόμενο στην υπό κρίση αίτηση όχημα του αιτούντος, εφόσον κατά το άρθρο 9 παρ. 2, του Ν. 3869/2010 δεν δύναται να ζητηθεί η εξαίρεση λοιπόν περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από την εκποίηση, καθώς εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο αυτό προβλέπεται μόνο για την κύρια κατοικία του οφειλέτη και για κανένα άλλο περιουσιακό του στοιχείο και γ) του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρυθμίσεως του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί από τα χρέη του ο αιτών, αφού η αιτούμενη αναγνώριση, δεν αποτελεί υπόθεση δικαιοδοσίας, κατ’ άρθ.  739 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία.  Συγκεκριμένα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11§1 του ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη – αιτούντα, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από υπόλοιπο χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (άρθ. 11 παρ. του Ν. 3869/2010) και επ’ αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζητήσεώς της, εφόσον δεν επιτεύχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών τραπεζών.

Η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρου 591παρ. 1, παρ. β΄ και γ΄ του ΚΠολΔ), αρνήθηκε την υπό κρίση αίτηση και ζήτησε την απόρριψη της ως ουσία αβάσιμης και αναληθούς ενώ περαιτέρω προς απόκρουση της προέβαλε   α) την ένσταση αοριστίας, η οποία κρίνεται απορριπτέα κατά τα προαναφερόμενα και β) την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών, η οποία είναι νόμιμη, (κατ’ άρθρο 1 Ν. 3869/2010) και πρέπει περαιτέρω να κριθεί και στην ουσία της.

Από την εκτίμηση  του συνόλου των εγγράφων που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι  διάδικου (άρθρο 5 του Ν. 3869/2010, 748 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι υποβληθείσες επί του σχεδίου ρύθμισης οφειλών και αιτούντος παρατηρήσεις της πρώτης και τρίτης των πιστωτριών τραπεζών, καθώς και εκείνων, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους [παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΝΚΠολΔ, άρ. 759 αριθ. 5 και Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29, 129)], τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους, (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (άρθρα 744 ΚΠολΔ) αλλά και από όλη τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο αιτών, στερούμενος πτωχευτικής ικανότητας, ηλικίας σήμερα 49 ετών, είναι άγαμος και χωρίς τέκνα, (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη από 26.10.2015 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης του Εθνικού Δημοτολογίου), εργαζόταν δε από το έτος 1993 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους ωραρίου σε μία εταιρία κατασκευής εισαγωγής και εμπορίας αργυρών και συναφών ειδών με την επωνυμία «Α…….. Α.Ε.» ως εργάτης παραγωγής, λαμβάνονται μηνιαίο μισθό περί τα 1.176 ευρώ καθαρά (βλ. απόδειξη πληρωμής Σεπτεμβρίου 2007 και σχετική βεβαίωση εργοδότη). Παράλληλα εργαζόταν για πολλά έτη τους καλοκαιρινούς μήνες ως σερβιτόρος σε ταβέρνα στην περιοχή του Κ…… αποκερδαίνοντας μηνιαίως το ποσό των 800 ευρώ. Ωστόσο το έτος 2012 η σύμβαση του τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης, εργαζόταν δε 4 ώρες την ημέρα λαμβάνοντας ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 521,87 ευρώ (καθαρά) (βλ. απόδειξη πληρωμής Φεβρουαρίου 2013), μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2014 οπότε και απολύθηκε χωρίς να λάβει αποζημίωση.  Έκτοτε ήταν άνεργος, μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2016, οπόταν και προσελήφθη ως ιδιωτικός υπάλληλος – πωλητής στην εταιρία με την επωνυμία «Χ………… L…. Ο.Ε.» στην οποία εργάζεται έως σήμερα με τετράωρη απασχόληση και μηνιαίο μισθό περί τα 480 ευρώ (καθαρά) (βλ. την από 28.09.2016 νομίμως προσκομιζόμενη βεβαίωση εργοδότη). Ήδη δε έχει χάσει και τη δευτερεύουσα δουλειά του ως σερβιτόρος. Κατοικεί δε ο αιτών, σε μία ιδιόκτητη μονοκατοικία, επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης εντός του οικισμού Κ….. Α….., έτους κατασκευής 1985, πλησίον της οικίας των γονέων του, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία του και για την οποία αιτείται την εξαίρεση. Οι απαιτούμενες δε οικογενειακές δαπάνες, οι οποίες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου, καλύπτονται από το μηνιαίο μισθό του, άλλη δε πηγή σταθερού εισοδήματος δεν διαθέτει ο αιτών, τα μετ’ επικλήσεως δε προσκομιζόμενα από τον αιτούντα φορολογικά στοιχεία, αποδεικνύουν την σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του και τη σημερινή δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Συγκεκριμένα το ετήσιο ατομικό του εισόδημα, ανερχόταν το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 13.590,39 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 14.426,45 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 14.686,94 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 14.094,99 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 8.571,87 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 5.262,65, ενώ το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 1.912,18 ευρώ (βλ. νομίμως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ως άνω ετών). Οι δε γονείς του συνδράμουν με τη σύνταξή τους στις ανάγκες του.

Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω της ρύθμισης εκτιμάται ότι το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών του ιδίου (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών συνθηκών, που όλοι οι πολίτες βιώνουν, ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως.  Επισημαίνεται εξάλλου ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής του αιτούντος (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντος στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητά του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις το νόμου, πρέπει από την πλευρά του σύμφωνα και με τις επιταγές του άρθρου 281 Α.Κ. να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητης για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.

Ο ετών, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητούν οι πιστώτριες τράπεζες με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261ΚΠολΔ, προκύπτει άλλωστε από τις νομίμως προσκομιζόμενες ένδικες συμβάσεις δανειοδότησης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη, τα οποία περιλαμβάνει στη ρύθμιση και κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται, ενόψει της μη εμπράγματης εξασφάλισής τους, με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της κατ’ αρθ. 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, με εξαίρεση τα εμπράγματως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο, ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010) (βλ. σε Κρητικό, «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», 2012, σελ. 99 και 143):

  1. Δυνάμει σύμβασης (αριθμός λογαριασμού …………….), έλαβε από την πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 21.885,06 € (κεφάλαιο) και μετά από την πρόθεση των τόκων ποσού 189,11 € και των εξόδων ποσού 603,46 στο συνολικό ποσό των 22.677,63€ (βλ. την από 11.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 07.12.2015 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 27.629,19€. Υπέρ της απαίτησης αυτή έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 31.05.2011 στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 25.440€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  2. Δυνάμει σύμβασης (αριθμός λογαριασμού ……………..) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ……. Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «A…. B… A.E.» πιστωτική κάρτα, της οποίας το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 948,44€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 211,35€ στο συνολικό ποσό των 1.159,79€ (βλ. την από 13.08.2013 βεβαίωση οφειλών της ως άνω τράπεζας).
  3. Δυνάμει σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ………….) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α….. Β… Α.Ε.» πιστωτική κάρτα, της οποίας το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 999,41 € (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 218,47€ στο συνολικό ποσό των 1.217,88€ (βλ. την από 13.08.2013 βεβαίωση οφειλών της ως άνω τράπεζας).
  4. Δυνάμει της από 08.08.2008 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ……) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζας, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 30.000 €, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 36.664,32€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 4.064,46€ και των εξόδων ποσού 73,80 στο συνολικό ποσό των 40.802,58€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 41.218,82€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 20.12.2008 στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθήκης του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 48.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003) βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  5. Δυνάμει της από 23.05.2007 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού ……..) έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε…….. Τ…… Τ.. Ε……. Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 30.000 €, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 28.605,84€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 2.394,16€ και των εξόδων ποσού 368,01€ στο συνολικό ποσό των 31.368,01€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας).  Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 31.791,35€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 03.08.2007 στο τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης έως το ποσό των 35.000€ (βλ. της υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  6. Δυνάμει της από 29.11.2006 σύμβασης (αριθμός λογαριασμού …….) έλαβε από την πρώην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ε…… Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η δεύτερη των πιστωτριών τράπεζα, με την επωνυμία «Α…. Β… Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000€, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 95.370,61€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 8.480,46€ στο συνολικό ποσό των 103.851,07€ (βλ. την από 13.08.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Κατόπιν δε της από 15-04-2016 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 104.316,40€. Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας του αιτούντος στις 14.12.2006  στον τόμο 264 και αριθμό 18 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης έως το ποσό των 140.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 134/07-08-2003 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..).
  7. Δυνάμει της από 19.02.2010 σύμβασης, αριθμός λογαριασμού M……..), έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «M….. Ε….. Τ…… Α.Ε.», καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 17.610€, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 14.034,76€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 113,89€ στο συνολικό ποσό των 14.148,65€ (βλ. την από 04.07.2013 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας).  Το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος προς τις ως άνω πιστώτριες του ανέρχεται στο ποσό των 221.482,08€.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση τα έσοδα του αιτούντος, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του. Η αδυναμία του αυτή οφείλεται αφενός στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων του, στο πασίδηλο γεγονός (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε αυτής, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, αφετέρου στο ύψος της μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των δανείων του, επίσης στα υψηλά επιτόκια με τα οποία επιβαρύνονται (κυρίως τα καταναλωτικά δάνεια) σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του. Η αδυναμία του στην αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του, αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του. Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς του και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται άλλωστε να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, δοθέντος ότι ο αιτών κατά την περίοδο σύναψης των επίδικων δανείων, ήτοι περί τα έτη 2006, 2007 και 2008 απασχολούνται σε δύο δουλειές, οι οποίες του απέφεραν επαρκή εισοδήματα προκειμένου να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις, ήδη δε το εισόδημά του έχει υποστεί δραματική μείωση, ενώ μεσολάβησε και διετής περίοδος ανεργίας του, χωρίς δική του υπαιτιότητα, απορριπτόμενης ως ουσία αβάσιμης της υποβληθείσας από την δεύτερη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών. Σημειωτέον ότι το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Ο αιτών, όπως προαναφέρθηκε έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του μία μονοκατοικία επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης σε οικόπεδο 1.312 τ.μ. εντός του οικισμού Κ…… Α……, έτους κατασκευής 1985, την οποία απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα του δυνάμει του υπ’ αριθμ. 46749/07.08.2003 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μ…….. Σ…… Γ……. Π……….., (η μεταγραφή του οποίου ωστόσο δεν αποδείχθηκε), αντικειμενικής αξίας 45.340,76€ (βλ. ΕΤΑΚ 2008, σημειωτέον ότι από τα φύλλα υπολογισμού οικοπέδου και κατοικίας που προσκομίστηκαν δεν προκύπτει ο συμβολαιογράφος καθόσον δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή, ούτε το έτος φορολόγησης). Ουδεμία άλλη δε ακίνητη περιουσία διαθέτει ο αιτών.

Περαιτέρω, ο αιτών διαθέτει σε ποσοστό κυριότητας 100% το υπ’ αριθμ. … …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου SKODA, τύπου FABIA, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2009 (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη από 09.01.2009 άδεια κυκλοφορίας), του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.500€ (βλ. αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτων στο  www.car.gr και www.autotriti.gr) και το οποίο είναι απαραίτητο στον αιτούντα για τη μετακίνηση του προς την εργασία του. Προσέτι ο αιτών όπως προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας έτους 2015 ο αιτών είναι κύριος και του υπ’ αριθμ. … …. ΙΧΕ αυτοκινήτου με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1998, του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.300€ ((βλ. αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτων στο  www.car.gr και www.autotriti.gr),  το οποίο κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου εκ παραδρομής δεν ανέφερε στην αίτηση του και όχι με σκοπό βλάβης των πιστωτών του λαμβανομένης υπόψη άλλωστε και της πολύ μικρή εμπορικής αξίας του. Ενόψει λοιπόν της εμπορικής τους αξίας, του τύπου και της παλαιότητας τους, ιδίως του δευτέρου οχήματος, τα αυτοκίνητα αυτά δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι’  αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιτών δεν έχει καταθέσεις, μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013) για μηνιαίες καταβολές από τρία έως πέντε έτη. Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, από τα εισοδήματά  του, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010). Σημειωτέον, ότι οι καταβολές ποσού 50€, το οποίο ορίστηκε με την από 14-05-2015 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου, μέχρι και την έκδοση της απόφασης, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί καθόσον δεν προσκομίστηκαν παραστατικά καταβολής προς τις πιστώτριες. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής το συνολικό προς διάθεση από τον αιτούντα συμμέτρως προς τις πιστώτριες του ποσού, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων του, των βασικών προσωπικών αναγκών του, της κατά τους ισχυρισμούς του βοήθειας που λαμβάνει από τους γονείς του, αλλά και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής του κατάστασης, λόγω της εν γένει δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, ανέρχεται στα 100€ μηνιαίως, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες, ο ίδιος δε με το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του προτείνει την καταβολή του ποσού των 70€, η πρόταση όμως αυτή του αιτούντος δε δεσμεύει το δικαστήριο στον καθορισμό του καταβλητέου ποσού στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8§2 του Ν. 3869/2010, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα πάσης φύσης περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, καθώς και τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, που απέχει αυτού της κατάθεσης της αίτησης, γεγονός που δικαιολογεί οποιεσδήποτε μεταβολές.

Περαιτέρω, το καταβλητέο από τον αιτούντα ποσό προς κάθε πιστώτρια προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της συνολικής καταβλητέας μηνιαίας δόσης πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των απαιτήσεων. Όπως προαναφέρθηκε το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντα στις μετέχουσες στην παρούσα δίκη πιστώτριες του ανέρχεται σε 221.482,08€, το δε ποσό της μηνιαίας δόσης για τα πέντε έτη που ορίστηκε για τον αιτούντα στα 100€, θα καταβάλλεται συμμέτρως στις πιστώτριες του ως εξής: Στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του για την απαίτηση της, ύψους 27.629,19€ (12,47% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 12,47€ (=27.629,19€:221.482,08×100), στη δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του α) για την απαίτηση της, ύψους 1.159,79 €  (0,52% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,52€ (=1.159,79€:221.482,08×100),  β) για την απαίτησή της ύψους 1.217,88 € (0,55% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,55€ (=1.217,88€:221.482,08×100),  γ) για την απαίτησή της ύψους 41.218,82 € (18,61% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό18,61€ (=41.218,82€:221.482,08€x130), δ) για την απαίτησή της ύψους 31.791,35 € (14,35% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 14,35€ (=31.791,35€:221.482,08€x100) και ε) για την απαίτησή της ύψους 104.316,04€ (47,10% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 47,10€ (=104.316,04€:221.482,08€x100). Στην τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της για την απαίτηση της ύψους 14.148,65 € (6,39% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 6,39€ (=14.148,65€:221.482,08€x100). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 5ετίας οι ως άνω μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες θα έχουν λάβει για τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους, η πρώτη το συνολικό ποσό των 748,48 ευρώ, η δεύτερη το συνολικό ποσό των 4.868,23 ευρώ και η τρίτη το συνολικό ποσό των 383,29 ευρώ.

Προσέτι εφόσον, αφενός, ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της προσωρινής διαταγής την 14-05-2015, έως την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατέβαλλε μηνιαίως το ποσό των 50€ συμμέτρως στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, αφετέρου, το χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της προσωρινής διαταγής και της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι σχετικά σύντομο, το παρόν Δικαστήριο ορίζει την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάσει της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και αυτών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως, μέσα σε ένα έτος από τη λήξη της πενταετίας, ήτοι το έκτο έτος, επιτόκιο, το ισχύον κατά τη λήξη των πενταετών καταβολών και δη αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.

Η πιο πάνω ρύθμιση του αιτούντος θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη ρύθμιση από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4161/2013, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετίας της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών του και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτόν, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση. Έτσι θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Η σχετική διάταξη της παραγράφου 2 εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του ή του μοναδικού ακινήτου του από την εκποίηση, – που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο  – πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να επιτύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής της αξίας.  Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 3ετία – 5ετία του άρθρου 8§2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους, που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων  των χρεών του. Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύρια κατοικίας …») συνάγεται το ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνση του οφειλέτη, με την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, ήτοι δεν μπορεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών να γίνει σε μικρότερο του 80% ποσοστό, εφόσον δε, είναι μεγαλύτερο, θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού, ήτοι οι πάνω από το όριο αυτό απαιτήσεις των πιστωτών δεν ικανοποιούνται (βλ. ΕιρΠατρ 206/2014, ΕιρΠατρ 407/13 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, με βάση την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9§2, εάν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8§2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση, εάν όμως τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% της αντικειμενικής θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού.

Η αντικειμενική αξία της προπεριγραφείσας κύριας κατοικία του αιτούντος, ανέρχεται όπως προαναφέρθηκε στο ποσό των 45.340,76€. Η αντικειμενική αξία της κατοικίας του αιτούντος δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, για τον φορολογούμενο όπως ο αιτών (για άγαμο φορολογούμενο ανέρχεται στα 200.000 ευρώ), προσαυξημένο κατά 50%, (όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση). Έτσι ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 45.340,76€ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, ποσό που αντιστοιχεί στο 80% αυτής και το οποίο αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, δηλαδή το ποσό των 36.272,61€ (45/340,76€x80%). To συνολικό υπόλοιπο των οφειλών του αιτούντος προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες μετά τις καταβολές της πενταετίας ύψους 6.000€, ανέρχεται σε 215.482,08 ευρώ (221.482,08€ – 6.000€) ποσό δηλαδή μεγαλύτερο από το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του (>36.272,61€), ως εκ τούτου ο αιτών θα πρέπει να καταβάλει στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες του, το ποσό των 36.272,61€, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του.

Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9§2 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε, με τις διατάξεις  των άρθρων του Ν.4161/2013, αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 χρόνια εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία  πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη, ενώ προβλέπεται και η χορήγηση περιόδου χάριτος, η διάρκεια της οποίας αφήνεται στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου, συνήθως δε χορηγείται κατά το χρόνο της ρύθμισης για καταβολές επί τριετία, τετραετία ή πενταετία ή και εξαετία (σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 9§4) της διάταξης του άρθρου 8§2, ώστε να μη συμπίπτουν οι δύο ρυθμίσεις για καταβολές και να επιβαρύνεται ο οφειλέτης με δύο μηνιαίες δόσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του  χρέους που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κατοικίας του, της ηλικίας του (49 ετών), της οικονομικής του δυνατότητας, θα πρέπει ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων να οριστεί σε 20 χρόνια. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 151,14€, δηλαδή 36.272,61€/240 μήνες (20 χρόνια x 12 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να του χορηγηθεί περίοδος χάριτος έξι (6) χρόνων, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση, με την πιο πάνω ρύθμιση των καταβολών της πενταετίας και τη ρύθμιση της καταβολής εντόκως εντός του έκτου έτους της διαφοράς του ποσού της διάταξης του άρθρου 9§4 Ν. 3869/2010, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις του και να εκπέσει των ρυθμίσεων. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τ…… Τ.. Ε…… αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Με βάση τα προαναφερόμενα, από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις των τραπεζών που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια κατά την υποθηκική τάξη των υποθηκών και των προσημειώσεων (1272, 1300 ΑΚ) και συγκεκριμένα όλες οι δόσεις, ήτοι οι 240 δόσεις ποσού 151,14€ θα διατεθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης ύψους 104.316,40€ της πρώτης μετέχουσας στην δίκη πιστώτρια που είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και δη με προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης. Οι απαιτήσεις των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 5ετείς καταβολές, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, μετά την εξάντληση του ποσού των 36.272,61€, ήτοι του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον αιτούντα.

Κατά συνέπεια των παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση  ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος, με σκοπό την πλήρη απαλλαγή του με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 του Ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

         ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

         ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.

          ΡΎΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές  συνολικού ποσού 100 ευρώ, συμμέτρως καταβαλλόμενου  προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες  του  επί μία πενταετία, (ήτοι x 60 μήνες), οι οποίες θα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε  μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Συγκεκριμένα στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του για την απαίτηση της, ύψους 27.629,19 € (12,47% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), θα καταβάλλει μηνιαίως ποσό 12,47 € (=27.629,19 € : 221.482,08 x 100), στη δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια του θα καταβάλλει μηνιαίως  α) για την απαίτηση της, ύψους 1.159,79 € (0,52% του συνόλου των χρεών της αιτούσας) ποσό 0,52 € (=1.159,79€:221.482,08€x100), β) για την απαίτησή της ύψους 1.217,88 € (0,55% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 0,55€(=1.217,88€:221,482,08€x100), γ) για την απαίτησή της ύψους 41.218,82 € (18,61%  του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 18,61€ (41.218,82€:221.482,08€x130),  δ) για την απαίτησή της ύψους 31.791,35€  (14,35% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 14,35€ (=31.791,35€:221.482,08€x100) και ε) για την απαίτησή της ύψους 104.316,04€ (47,10% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 47,10€ (=104.316,04€:221.482,08€x100). Στην τρίτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της για την απαίτηση της ύψους 14.148,65 € (6,39% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), θα καταβάλλει μηνιαίως ποσό 6,39€ (=14.148,65€:221.482,08×100).  Τα ως άνω δε ποσά, θα καταβάλλονται από τον αιτούντα στις μετέχουσες στη παρούσα δίκη πιστώτριες, με την επιφύλαξη της μη μεταβολής των εισοδημάτων του.  Οι τυχόν πραγματοποιηθείσες από την έκδοση της ως άνω από 14-05-2015 προσωρινής διαταγής καταβολές του ποσού των 50 ευρώ, μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, από τον αιτούντα στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες του, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα.

 

         ΟΡΙΖΕΙ την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάση της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και των καταβολών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως μέσα σε ένα έτος από την λέξη  της πενταετίας, ήτοι κατά το έκτο έτος, με επιτόκιο αυτό, (το ισχύον κατά τη λήξη των πενταετών καταβολών), των Πράξεων Κύρια Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα μία μονοκατοικία επιφανείας 65,67 τ.μ. κείμενης σε οικόπεδο επιφανείας 1.312 τ.μ. που βρίσκεται εντός του οικισμού Κ…… Α……, έτους κατασκευής 1985.

         ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει στην τρίτη μετέχουσα στην δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.» για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, το ποσό των 151,14 ευρώ το μήνα και επί 240 μήνες (20 έτη x 12 μήνες). Η καταβολή των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Κ……… Α……, σε έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 01 Δεκεμβρίου 2016, απουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέα της Έδρας Ε…..  Μ…..

          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                

 

               Ε…… Μ……                                      Ε…. Μ….

         

25Ιάν 2017

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ  (Ν. 3869/2010) 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

50/2016

Αρ. έκθεσης κατάθεσης αίτησης : 447/2014

 Αρ. έκθεσης κατάθεσης κλήσης : 334/2015

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

 

 

Συγκροτήθηκε νόμιμα από την Ειρηνοδίκη  Μ……. Ε…… Μ…… και τη Γραμματέα Ε…. Μ…..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2016,  για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ :  Ι……Π…… του  Ι…… και της Π………,   κατοίκου Α……. Α……, οδός Σ……. και Α….. αρ. ., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο  μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου  της Γλυκερίας Παπακαλαμπόκη.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ, οι οποίες κατέστησαν  διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 § 2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής :

α) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.»  που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Ό….. αρ..) και  εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της πρώην ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Τ………. Τ……….. Ε…… Α.Τ.Ε.», λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως της τελευταίας από την πρώτη, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γ……. Κ……..

β) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.»,  που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σ…… αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.

Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 01.10.2014 αίτηση της, εκουσίας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στην γραμματεία  του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 447/23.10.2014, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 12ης.11.2026 και γράφτηκε στο πινάκιο. Με την από 04.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 334/08.12.2015 κλήση της η αιτούσα ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Α. υποπαρ. Α 4 του Ν. 4336/2015, η  οποία επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του σχετικού πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη σημερινή δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι  πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις υπ’ αριθμ. 7664/24.102014 και 7.665/24.10.2014, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 12ης.11.2026 και ημερομηνίας επικύρωσης προδικαστικού συμβιβασμού ή συζήτησης προσωρινής διαταγής για την 29.01.2015 επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως. Από της ως άνω επιδόσεως, οι τελευταίες κατέστησαν διάδικοι εκ του νόμου, διότι, όπως στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 748 του ΚΠολΔ στα πλαίσια της εκουσίας διαδικασίας έχει ήδη κριθεί ότι ο τρίτος της κλητεύσεώς του, καθίσταται διάδικος (βλ. σχετικά ΟλΑΠ  974/1980 ΝοΒ 29 σελ. 294), για την ταυτότητα του νομικού λόγου, καθίσταται διάδικος και ο υποχρεωτικά καλούμενος πιστωτής υπό τους όρους και δυνάμει της διατάξεως  της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν.  3869/2010. Ομοίως από τις υπ’ αριθμ.  8.971/14.12.2015 και 8.963/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο  αντίγραφο της από 07.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 334/08.12.2015 κλήσεως, με πράξη επαναπροσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα προς τις πιστώτριες εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την κατάθεσή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν η αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών δεν εμφανίστηκαν, συνεπώς πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο κατά τις επιταγές της παρ. 2 του άρθρου 754 του ΚΠολΔ, θα προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως σαν να είχε αυτή εμφανισθεί.

Με την κρινόμενη, αίτηση η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη, άνευ δόλου αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζητά κατ’ ορθή εκτίμηση του υπό κρίση δικογράφου τη δικαστική ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά καθώς και την εξαίρεση της κύρια κατοικίας της  από την εκποίηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.

Με προφορική δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξούσιας δικηγόρου της αιτούσας, που καταχωρήθηκε στα τηρούμενα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), η τελευταία παραδεκτά και νόμιμα επικαιροποίησε – συμπλήρωσε την υπό κρίση αίτηση σε ότι αφορά την εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας και την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της.

Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται για συζήτηση ενώπιων του παρόντος Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί η αιτούσα, κατά τη προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), καθόσον για το παραδεκτό της: i) τηρήθηκε η προδικασία του προδικαστικού  συμβιβασμού που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5§2, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθρου 85 του Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί με το άρθρο 13 του Ν. 4161/2013, με την βεβαίωση της αποτυχίας αυτού, όπως προκύπτει από τις 06.12.2014  υποβληθείσες παρατηρήσεις της πρώτης των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, (σημειωτέον ότι η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη τράπεζα δεν υπέβαλλε τις απόψεις  της επί του σχεδίου ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος, ωστόσο η παράλειψη αυτή οδηγεί μόνο σε τεκμαιρόμενη κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.  Ν. 3869/2013 άρνηση του συμβιβασμού σε συνδυασμό με την έκδοση της από 30.01.2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου), ii) τηρήθηκε η εμπρόθεσμη και νομότυπη επίδοση της αίτησης μέσα στην προθεσμία των 15 ημερών από την κατάθεσή της, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με την παρ. 3 άρθρου 85 Ν. 3996/2011 και αντικατασταθεί  με το άρθρο 13 Ν. 4161/2013, προς τις πιστώτριες της αιτούσας και τον εγγυητή (βλ. τις  υπ’ αριθμ. 7.664/24.10.2014, 7.665/14.10.2014 και 7.699/03.11.2014 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν……. Ι. Σ…………, σε συνδυασμό με τη ημερομηνία κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, ήτοι την 23.10.2014 καθώς και τις υπ’ αριθμ. 8.971/14.12.2015, 8.963/14.12.2015 και 8.989/14.12.2015 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της από 04.12.2015  και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 334/08.12.2015 κλήσεως)  iii)  έγινε επικαιροποίηση  του φακέλου της αιτούσας που τηρείται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με την κατάθεση σχετικών εγγράφων  (βλ. την από 7/08.12.2015 έκθεση εγχειρίσεως καταλόγου εγγράφων του Γραμματέα του παρόντος Ειρηνοδικείου)  και iv) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας  για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτησή της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ αρθ. 13 παρ. 2 ν. 3869/10 (βλ. την υπ’ αριθμ. 650/24-10-2016 βεβαίωση της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 4 του Ν. 3869/2010 αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει κατάσταση της περιουσίας της αιτούσας και των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (Κρητικός, ρύθμιση Ν. 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν/64- Ανάτυπο σελ. 1477) και το συνολικό ύψος των βιοτικών της αναγκών, ουδέν άλλο δε στοιχείο απαιτείται για τη πληρότητα της. Είναι δε η κρινόμενη αίτηση νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9, 11 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013 πλην  α) του αιτήματος να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως οφειλών κατ’ άρθρο 7 του Ν. 3869/2010, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, (7 του Ν. 3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωσή του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού.  Το Δικαστήριο στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση,  β) του αιτήματος να εξαιρεθεί από την εκποίηση το περιγραφόμενο στην υπό κρίση αίτηση όχημα της  αιτούσας, εφόσον κατά το άρθρο 9 παρ. 2, του Ν. 3869/2010 δεν δύναται να ζητηθεί η εξαίρεση λοιπόν περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από την εκποίηση, καθώς εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο αυτό προβλέπεται μόνο για την κύρια κατοικία του οφειλέτη και για κανένα άλλο περιουσιακό του στοιχείο και γ) του αιτήματος να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρυθμίσεως του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί από τα χρέη της η αιτούσας, αφού η αιτούμενη αναγνώριση, δεν αποτελεί υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, κατ’ άρθ.  739 του ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία.  Συγκεκριμένα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11§1 του ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη – αιτούντα, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από υπόλοιπο χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (άρθ. 11 παρ. του Ν. 3869/2010) και επ’ αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Πρέπει επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζητήσεώς της, εφόσον δεν επιτεύχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών τραπεζών.

Η πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αλλά και παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις του  (άρθρου 591παρ. 1, παρ. β΄ και γ΄ του ΚΠολΔ), αρνήθηκε την υπό κρίση αίτηση και ζήτησε την απόρριψη της ως ουσία αβάσιμης και αναληθούς ενώ περαιτέρω προς απόκρουση της προέβαλε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του  δικαιώματός της αιτούσας να υπάγει το σύνολο των χρεών της στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 αιτούμενη την πλήρη απαλλαγή της χωρίς να λαμβάνει υπόψη, ως οφείλει, τα συμφέρονται των πιστωτών της. Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 281ΑΚ, (βλ. σχετ. ΕιρΘες 309/2011 δημ. Νόμος), αφού η προσφυγή της αιτούσας στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 αποτελεί δικαίωμά της και η αίτησή της θα γίνει δεκτή από το Δικαστήριο αυτό, μόνο με τη διαπίστωση της υπάρξεως των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του Νόμου αυτού, εφόσον βέβαια η ίδια δεν περιήλθε με δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, στοιχείο το οποίο αν αποδειχθεί, θα έχει ως αποτέλεσμά την απόρριψη της αιτήσεως ως ουσιαστικά αβάσιμης. Στόχος των διατάξεων του Ν. 3869/2010 είναι να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στον υπερχρεωμένο οφειλέτη να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κλπ.

Από την εκτίμηση του συνόλου των εγγράφων, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι  διάδικου, (άρθρο 5 του Ν. 3869/2010, 748 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι υποβληθείσες επί του σχεδίου ρύθμισης οφειλών της αιτούσας παρατηρήσεις της πρώτης των πιστωτριών τραπεζών, καθώς και εκείνων, που απλώς προσκομίζονται στο δικαστήριο, χωρίς να γίνεται επίκλησή τους [παραδεκτά, όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. σχετ. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΝΚΠολΔ, άρ. 759 αριθ., 5 και Α.Π. 174/1987, ΕλλΔνη 29, 129)], τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς τους, (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (άρθρα 744 ΚΠολΔ) αλλά και από όλη τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Η αιτούσα, στερούμενη πτωχευτικής ικανότητας, ηλικίας σήμερα 48 ετών, είναι έγγαμη με τον Χ….. Τ……., από τον γάμο δε αυτό δεν έχουν αποκτήσει τέκνα νομίμως προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ πρωτ. 32516/18.11.2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Δ…….).  Εργάζεται δε η αιτούσα από το 1986 ως ιδιωτική υπάλληλος σε διάφορες εταιρίες, από το έτος δε 1997 εργάζεται ως γραμματέας στο γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, το οποίο συνιστά Ν.Π.Ι.Δ.  λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό περί τα 1.158,78 ευρώ καθαρά (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη ανάλυση αποδοχών μηνός Σεπτεμβρίου 2016). Ο σύζυγος της ηλικίας σήμερα 56 περίπου ετών, εργαζόταν στο παρελθόν ως οικοδόμος, ήδη δε από το έτος 2013 είναι άνεργος, εγγεγραμμένος στα μητρώα του ΟΑΕΔ από 21.06.2013 (βλ. σχετική βεβαίωση ΟΑΕΔ) χωρίς ωστόσο να δικαιούται και να λαμβάνει οιονδήποτε επίδομα, έχει μάλιστα δύο τέκνα ηλικίας 31 και 28 ετών  αντίστοιχα, από προηγούμενο γάμο του. Σημειωτέον ότι πάσχει από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η οποία χρήζει τακτικής ιατρικής παρακολούθησης και κατάλληλης φαρμακευτικής αντιμετώπισης. Κατοικεί δε η αιτούσα με το σύζυγό της, σε μία διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, ήτοι από διαμέρισμα επιφανείας 114 τ.μ. πρώτου ορόφου, τις υπ’ αριθμ. Ρ1, Ρ2 και Ρ3 θέσεις στάθμευσης επιφανείας 11,70 τ.μ., 12,15 τ.μ. και 12,15τ.μ. αντίστοιχα του ισογείου, την υπ’ αριθμ. Ρ4 θέση στάθμευσης επιφανείας 12,60 τ.μ. του υπογείου καθώς και υπόγεια αποθήκη επιφανείας 62.70 τ.μ. τα οποία αποτελούν παρακολουθήματα της κατοικίας της κείμενης της εν λόγω οικοδομής στο υπ’ αρθμ. ΙΙΙ διαιρετό τμήμα διαιρετό τμήμα οικοπέδου που βρίσκεται στη περιφέρεια της Κοινότητας Α……. Α…… του τέως Δήμου Μ…….. και στη συμβολή των οδών Α…….-Σ……. αρ. . και Α….., η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της ιδίας και της οικογένειάς της. Οι απαιτούμενες δε οικογενειακές δαπάνες, οι οποίες περιλαμβάνουν την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της, καλύπτονται από το μηνιαίο μισθό της, καθόσον ο σύζυγός της λόγω της χρόνιας ανεργίας του δεν δύναται να συνεισφέρει στα έξοδα τους, άλλη δε πηγή σταθερού εισοδήματος δεν διαθέτει η αιτούσα, τα μετ’ επικλήσεως δε προσκομιζόμενα από την αιτούσα φορολογικά στοιχεία, αποδεικνύουν την σταδιακή μείωση των εισοδημάτων της ιδίας και τους συζύγου της και τη σημερινή δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Συγκεκριμένα το ετήσιο ατομικό της εισόδημα, ανερχόταν το οικονομικό έτος 2005 όταν και έλαβε το πρώτο στεγαστικό δάνειο στο ποσό των 13.439,48€ και του συζύγου της στο ποσό των 9.061,76€, το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 13.833,80€ και του συζύγου της στο ποσό των 10.269,91€, το οικονομικό έτος 2008 στο ποσό των 15.307,96€ και του συζύγου της στο ποσό των 18.028,72€, το οικονομικό έτος 2009 στο ποσό των 18.667,04€ και του συζύγου της στο ποσό των 11.592€, το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 16.260,48 ευρώ και του συζύγου της στο ποσό των 2.918,13€, το οικονομικό έτος 2011 στο ποσό των 17.197,19€ και του συζύγου της στο ποσό των 8.899,15€, το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 19.237,67€ και του συζύγου της στο ποσό των 2.751,48€, το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 19.221,03€ και του συζύγου της στο ποσό των 3.527,96€, το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 19.893,29€ και του συζύγου της στο ποσό των 1.136,12€, το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 21.350,38€ του συζύγου της δε είναι μηδενικό, ενώ το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 22.056,87€, του συζύγου της δεν είναι ομοίως μηδενικό (βλ. νομίμως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ως άνω ετών). Ήδη δε η αιτούσα έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή στην εφορία ύψους 1.610,63 ευρώ.

Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω εκτιμάται ότι το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των εν γένει βιοτικών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, λογαριασμοί, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών συνθηκών, που όλοι οι πολίτες βιώνουν, ανέρχεται στο ποσό των 860 ευρώ μηνιαίως. Επισημαίνεται εξάλλου ότι κατά τον καθορισμό του μηνιαίου κόστους διαβίωσης θα πρέπει να εξισορροπηθούν, δύο αντίρροποι στόχοι, αφενός δηλαδή δεν πρέπει να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσής του αιτούντος (αρθ. 2 παρ. 1 Συντ., existenzminimum), το οποίο προσδιορίζεται βάσει κριτηρίων τόσο αντικειμενικών, με βάση το εισόδημα ή την περιουσία, όσο και υποκειμενικών, σύμφωνα με την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, την υγεία και την ηλικία των προσώπων. Η επανένταξη δηλαδή του αιτούντος στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 δεν πρέπει να γίνει σε βάρος της προσωπικής του αξιοπρέπειας και της προσωπικότητά του στα πλαίσια που επιβάλλει το κοινωνικό κράτος και δεν θα πρέπει με τον καθορισμό από το δικαστήριο του ύψους των μηνιαίων δόσεων να επέρχεται εξαθλίωση του οφειλέτη. Αφετέρου δε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις το νόμου, πρέπει από την πλευρά του σύμφωνα και με τις επιταγές του άρθρου 281 Α.Κ. να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.

Η αιτούσα,  γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητούν οι πιστώτριες τράπεζες με ειδική άρνηση συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της κατά την ερμηνευτική δικονομική μέθοδο του άρθρου 261 ΚΠολΔ, προκύπτει άλλωστε από τις νομίμως προσκομιζόμενες ένδικες συμβάσεις δανειοδότησης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα ακόλουθα χρέη, τα οποία περιλαμβάνει στην αίτηση ρύθμισης και κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται, ενόψει της μη εμπράγματης εξασφάλισής τους, με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της κατ’ αρθ. 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, με εξαίρεση τα εμπράγματως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο, ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010) (βλ. σε Κρητικό, «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», 2012, σελ. 99 και 143) :

  1. Δυνάμει της με Νο …….. από 25.07.2005 σύμβασης, έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ………. Τ………. Ε…… Α.Τ.Ε.», καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ……. Ε…….. Ε…….. Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 110.000 ευρώ (ήδη αρ. συμβάσεως ……… με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2014 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 90.140,96€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 527,35€ στο συνολικό ποσό των 90.668,31€ (βλ. την από 08.07.2014 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας της αιτούσας στις 28.07.2005 στον τόμο 323 και αριθμό 31 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 132.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 863/24.07.2014 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..). Κατόπιν δε της υπό 06.11.2015 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή (καθόσον συνεχίζει και εκτοκίζεται λόγω της ως άνω εμπράγματης ασφάλειας της) η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 92.726,79€.
  2. Δυνάμει της με Νο ………… από 31.03.2008 σύμβασης, έλαβε από την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ………. Τ………. Ε…… Α.Τ.Ε.», καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Τ……. Ε…….. Ε…….. Α.Ε.» στεγαστικό δάνειο ύψους 80.000 ευρώ, του οποίου το ανεξόφλητο ποσό κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2014 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 72.621,36€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 1.519,95€ στο συνολικό ποσό των 74.141,31€ (βλ. την από 08.07.2014 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). Υπέρ της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί επί της προαναφερθείσας κύριας κατοικίας της αιτούσας στις 04.04.2008 στον τόμο 232 και αριθμό 31 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μ…….. προσημείωση υποθήκης, έως το ποσό των 96.000€ (βλ. την υπ’ αριθμ. 863/24.07.2014 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Μ……..). Κατόπιν δε της υπό 06.11.2015 κατάστασης οφειλών της ως άνω τράπεζας επικαιροποιήθηκε η ως άνω οφειλή (καθόσον συνεχίζει  και εκτοκίζεται λόγω της ως άνω εμπράγματης ασφάλειας της) η οποία ανέρχεται πλέον στο συνολικό ποσό των 79.354,14€.
  3. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. …………….  σύμβασης, έλαβε από τη δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία «Α….. Β… Α.Ε.» πιστωτική κάρτα, της οποίας το ανεξόφλητο ποσό κατά τον μήνα Οκτώβροι του έτους 2014 που επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, ανερχόταν στο ποσό των 589,64€ (κεφάλαιο) και μετά από την πρόσθεση των τόκων ποσού 3,93€ στο συνολικό ποσό των 653,57€  (βλ. την από16.07.2014 βεβαίωση οφειλών της ως άνω τράπεζας).

Το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας προς τις ως άνω πιστώτριες της ανέρχεται στο ποσό των 172.734,50€.

Περαιτέρω, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Ειδικότερα η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Παράλληλα δε η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα ή είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση τα έσοδα της αιτούσας, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν  της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών της. Η αδυναμία της αυτή οφείλεται αφενός στη σημαντική μείωση των εισοδημάτων του συζύγου της τα οποία ήδη είναι σχεδόν μηδενικά, στο πασίδηλο γεγονός (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ) της οικονομικής κρίσης και δυσπραγίας που επακολούθησε αυτής, της αύξησης της άμεσης και έμμεσης φορολογίας, της αύξησης του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, αφετέρου στο ύψος της μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των δανείων της, επίσης στα υψηλά επιτόκια με τα οποία επιβαρύνονται (κυρίως τα καταναλωτικά δάνεια) σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής της ιδίας και της οικογένειάς της. Η αδυναμία της στην αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών της, αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της (κατά τα ανωτέρω οριζόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητά της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της. Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς της  και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται άλλωστε να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και κυρίως της αδυναμίας ανεύρεσης εργασίας εκ μέρους του συζύγου της λόγω της ηλικίας του αλλά και της εν γένει κρίσης που διέρχεται ο τομέας της οικοδομής. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε ούτε άλλωστε αποδείχθηκε, δοθέντος ότι η αιτούσα κατά την περίοδο σύναψης των επίδικων δανείων, ήτοι περί τα έτη 2005 και 2008 είχε επαρκές εισόδημα, ενώ παράλληλα εργαζόταν και ο σύζυγός της με ικανοποιητικές αποδοχές συνεπώς είχαν τη δυνατότητα να καλύπτουν με άνεση τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ήδη δε το εισόδημά τους έχει υποστεί δραματική μείωση, λόγω της χρόνιας ανεργίας του συζύγου της αιτούσας.  Σημειωτέον ότι το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, δεν έγινε δεκτό από τις δανείστριες τράπεζες και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ’ άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων.

Η αιτούσα, έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της το με στοιχείο τρία λατινικό (ΙΙΙ) διαιρετό τμήμα οικοπέδου με το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του όλου οικοπέδου, επιφανείας 302,68 τ.μ. κείμενου στη περιφέρεια της Κ……… Α……. Α…… του τέως Δ…. Μ…….. και στη συμβολή των οδών Α…….. – Σ……. αρ. .και Α….., το οποίο απέκτησε (κατά 1/3) κατά ποσοστό 6/48 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 8160/6.9.1990 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Α….. Π…. Γ……. Λ….., με την οποία αποδέχτηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός της, κατά ποσοστό 8/48 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. 8143/1.9.1990 συμβολαίου γονικής  παροχής του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου από την μητέρα της και τέλος κατά ποσοστό 2/48 εξ αδιαιρέτου με γονική παροχή από την μητέρα της, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 10.519/19.10.1993 συμβολαίου του ίδιου ως άνω  συμβολαιογράφου (βλ. σχετικό φύλλο υπολογισμού). Επί του οικοπέδου αυτού η αιτούσα ανήγειρε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 772/2004 άδειας οικοδομής, διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο και συγκεκριμένα ανήγειρε επί του πρώτου ορόφου διαμέρισμα επιφανείας 114 τ.μ. επί του ισογείου τις υπ’ αριθμ .  Ρ1, Ρ2 και Ρ3 θέσεις στάθμευσης επιφανείας 11,70 τ.μ., 12,15 τ.μ. και 12,15τ.μ. αντίστοιχα, ενώ επί του υπογείου την υπ’ αριθμ. Ρ4 θέση στάθμευσης επιφανείας 12,60 τ.μ. καθώς και υπόγεια αποθήκη επιφάνειας  62.70 τ.μ. Προσέτι η αιτούσα καθόσον δεν εξάντλησε τον συντελεστή δόμησης έχει και δικαίωμα υψούν. Συνολικά η αντικειμενική αξία της προπεριγραφείσας διώροφης οικοδομής η οποία αποτελεί και την κύρια κατοικία της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 212.349,45 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού). Πλην των ανωτέρω ουδεμία άλλη ακίνητη περιουσία διαθέτει η αιτούσα (βλ. βεβαίωση περιουσιακής κατάστασης όπως έχει δηλωθεί έως την 26.09.2016).

Περαιτέρω η αιτούσα διαθέτει σε ποσοστό κυριότητας 50%  εξ αδιαιρέτου το υπ’ αριθμ. … ….ΙΧΕ  N….. E….., τύπου Ν….. Α….., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2006 (βλ. νομίμως προσκομιζόμενη από 02.01.2006 άδεια κυκλοφορίας), του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 4.060€ (ποσοστό αιτούσας 2.030 ευρώ) (βλ. αγγελίες παρόμοιου τύπου αυτοκινήτου στο www.car.gr και www.autotriti.gr) και το οποίο είναι απαραίτητο στην αιτούσα για τις καθημερινές μετακινήσεις της ιδίας αλλά και του συζύγου της καθόσον είναι και αυτός κύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Ενόψει λοιπόν της εμπορικής τους αξίας, του τύπου και της παλαιότητάς του, το όχημα αυτό δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση γιατί  δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της αιτούσας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι’  αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010 εκποίησή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα δεν έχει καταθέσεις, μερίσματα, μετοχές ή ομόλογα.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4161/2013) για μηνιαίες καταβολές από τρία έως πέντε έτη. Συνεπώς, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, από τα εισοδήματά  της, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010). Σημειωτέον, ότι οι καταβολές του ποσού που ορίστηκε με την από 30.01.2015 προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη του παρόντος Δικαστηρίου (10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ή ελάχιστης καταβολής), μέχρι και την έκδοση της απόφασης, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα (βλ. σχετικά παραστατικά καταβολής). Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής το συνολικό προς διάθεση από την αιτούσα  συμμέτρως προς τις πιστώτριες της  ποσό, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων της ιδίας και του συζύγου της, των βασικών βιοτικών αναγκών τους, αλλά και της μη αναμενόμενης ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, λόγω της εν γένει δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, αλλά κυρίως της χρόνιας ανεργίας του συζύγου της κατάσταση η οποία δεν παρουσιάζει προοπτική βελτίωσης, ανέρχεται στα 300€ μηνιαίως, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες, το ίδιο δε ποσό προτείνει και η ίδια το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, πρόταση η οποία σε κάθε περίπτωση δε δεσμεύει το δικαστήριο στον καθορισμό του καταβλητέου ποσού στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8§2 του Ν. 3869/2010, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα πάσης φύσης περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του εκάστοτε οφειλέτη καθώς και τις βασικές ανάγκες του ίδιου, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, που απέχει αυτού της κατάθεσης της αίτησης, γεγονός που δικαιολογεί οποιεσδήποτε μεταβολές.

Περαιτέρω, το καταβλητέο από την αιτούσα  ποσό προς κάθε πιστώτρια προκύπτει από το κλάσμα με αριθμητή το ποσό της συνολικής καταβλητέας μηνιαίας δόσης πολλαπλασιαζόμενο με το ύψος της απαίτησης κάθε πιστωτή και παρονομαστή το ποσό του συνόλου των απαιτήσεων. Όπως προαναφέρθηκε το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας στις μετέχουσες στην παρούσα δίκη πιστώτριες του ανέρχεται σε 172.734,50€,  το δε ποσό της μηνιαίας δόσης για τα πέντε έτη που ορίστηκε για την αιτούσα στα 300€ θα καταβάλλεται συμμέτρως στις πιστώτριες της ως εξής: Στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της θα καταβάλλεται μηνιαίως για την απαίτηση της, ύψους 92.726,79€ (53,68% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 161,05€ (=92.726,79€:172.734,50€x300) και για την απαίτηση της ύψους 79.354,14€ (45,94% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 137,82€ (=79.354,14€:172.734,50€x300), στη δε δεύτερη μετέχουσα στη δίκη  πιστώτρια θα καταβάλλεται μηνιαίως για την απαίτησή της ύψους 653,57€ (0,38% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 1,14€ (=653,57€:172.734,50€x100). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 5ετίας οι ως άνω μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες θα έχουν λάβει για τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους η πρώτη το συνολικό ποσό των 17.931,87 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο ποσό για την εξόφληση των απαιτήσεων της ποσό 154.149,04 ευρώ και η δεύτερη το συνολικό ποσό των 68,11 ευρώ και θα απομένει υπόλοιπο ποσό για την εξόφληση της απαίτησης της ποσό 585,46 ευρώ.

Προσέτι εφόσον, η αιτούσα κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της προσωρινής διαταγής την 30.01.2015, έως την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατέβαλλε μηνιαίως το ποσό που της επιβλήθηκε με την ως άνω διαταγή συμμέτρως στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, το δε χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της προσωρινής διαταγής και της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι σχετικά σύντομο, το παρόν Δικαστήριο ορίζει την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάσει της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και αυτών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως, μέσα σε ένα έτος από τη λήξη της πενταετίας, ήτοι το έκτο έτος, με επιτόκιο, το ισχύον κατά την λήξη των πενταετών καταβολών και δη αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.

Η πιο πάνω ρύθμιση της αιτούσας θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη ρύθμιση από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4161/2013, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετίας της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών της και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτήν, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η εξαίρεση της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση. Έτσι θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Η σχετική διάταξη της παραγράφου 2 εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του ή του μοναδικού ακινήτου του από την εκποίηση, – που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο  – πλην όμως του επιβάλλει, προκειμένου να επιτύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλει ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής της αξίας.  Έτσι, με βάση τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπολοίπων των χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν από τις καταβολές επί 3ετία – 5ετία του άρθρου 8§2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σ’ αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους, που αποτελείται από το σύνολο των υπολοίπων  των χρεών του. Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύρια κατοικίας …») συνάγεται το ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνση του οφειλέτη, με την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, ήτοι δεν μπορεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών να γίνει σε μικρότερο του 80% ποσοστό, εφόσον δε, είναι μεγαλύτερο, θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού, ήτοι οι πάνω από το όριο αυτό απαιτήσεις των πιστωτών δεν ικανοποιούνται (βλ. ΕιρΠατρ 206/2014, ΕιρΠατρ 407/13 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, με βάση την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9§2, εάν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8§2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης, εάν όμως τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% της αντικειμενικής θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού.

Η αντικειμενική αξία της προπεριγραφείσας κύριας κατοικίας της αιτούσας, ανέρχεται όπως προαναφέρθηκε στο ποσό των 212.349,45€. Η αντικειμενική αξία της κατοικίας της αιτούσας δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, για τον φορολογούμενο όπως η αιτούσας (για άγαμη φορολογούμενη ανέρχεται στα 250.000 ευρώ), προσαυξημένο κατά 50%, (όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση). Έτσι η αιτούσα  θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 212.349,45€ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της, ποσό που αντιστοιχεί στο 80% αυτής και το οποίο αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, δηλαδή το ποσό των 169.876,56€ (212.349,45€x80%). To συνολικό υπόλοιπο των οφειλών της αιτούσας προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες μετά τις καταβολές της πενταετίας ύψους 18.000€, ανέρχεται στο ποσό των 154.734,50€  (172.734,50€ – 18.000€) ποσό δηλαδή μεγαλύτερο από το 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του (<169.879,50€), ως εκ τούτου η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες της, το ποσό αυτό των 154.734,50€, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο των οφειλών της.     Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9§2 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε, με τις διατάξεις  των άρθρων του Ν.4161/2013, αυτός δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 χρόνια εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία  πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη, ενώ προβλέπεται και η χορήγηση περιόδου χάριτος, η διάρκεια της οποίας αφήνεται στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου, συνήθως δε χορηγείται κατά το χρόνο της ρύθμισης για καταβολές επί τριετία, τετραετία ή πενταετία ή και εξαετία (σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 9§4) της διάταξης του άρθρου 8§2, ώστε να μη συμπίπτουν οι δύο ρυθμίσεις για καταβολές και να επιβαρύνεται ο οφειλέτης με δύο μηνιαίες δόσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του  χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της, της ηλικίας της (48 ετών), της οικονομικής της δυνατότητας, θα πρέπει ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων να οριστεί σε 20 χρόνια. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 644,73€, δηλαδή 154.734,50€/240 μήνες (20 χρόνια x 12 μήνες). Παράλληλα, θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος έξι (6) χρόνων, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση, με την πιο πάνω ρύθμιση των καταβολών της πενταετίας και τη ρύθμιση της καταβολής εντόκως εντός του έκτου έτους της διαφοράς του ποσού της διάταξης του άρθρου 9§4 Ν. 3869/2010, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και να εκπέσει των ρυθμίσεων. Η καταβολή λοιπόν των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της αιτούσας θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα έχει διάρκεια 20 χρόνων (240 δόσεις) και θα γίνει εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τ…… Τ.. Ε…… αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Με βάση τα προαναφερόμενα, από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν προνομιακά οι απαιτήσεις των τραπεζών που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια κατά την υποθηκική τάξη των υποθηκών και των προσημειώσεων (1272, 1300 ΑΚ) και συγκεκριμένα όλες οι δόσεις, ήτοι οι 240 δόσεις ποσού 644,73€, θα διατεθούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πρώτης μετέχουσας στην δίκη πιστώτριας  που είναι εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και δη αυτών με προσημείωση υποθήκης πρώτης και δεύτερης τάξης. Οι απαιτήσεις των μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 5ετείς καταβολές, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, μετά την εξάντληση του ποσού των 154.734,50€, ήτοι του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, γιατί δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα.

Κατά συνέπεια των παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση  ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος, με σκοπό την πλήρη απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§6 του Ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

         ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

         ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.

          ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές  συνολικού ποσού 300 ευρώ, συμμέτρως καταβαλλόμενου  προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες  της  επί μία πενταετία, (ήτοι x 60 μήνες), οι οποίες θα λαμβάνουν χώρα μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε  μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Συγκεκριμένα στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια της θα καταβάλλει μηνιαίως για την απαίτησή της, ύψους 92.726,79 € (53,68% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 161,05€ (=92.726,79 €:172.734,50€x300), και για την  απαίτηση της ύψους 79.354,14€ (45,94% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 137,82€ (=79.354,14€:172.734,50€x300), στη δε δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια θα καταβάλλει μηνιαίως για την απαίτησή της ύψους 653,57€ (038% του συνόλου των χρεών της αιτούσας), ποσό 1,14€ (=653,57€:172.734,50×100). Τα ως άνω δε ποσά, θα καταβάλλονται από την αιτούσα στις μετέχουσες στη παρούσα δίκη πιστώτριες, με την επιφύλαξη της μη μεταβολής των εισοδημάτων της. Οι τυχόν πραγματοποιηθείσες από την έκδοση της ως άνω από 30.01.2015  προσωρινής διαταγής του ορισθέντος  ποσού, μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, από την αιτούσα στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες της, συνυπολογίζονται στο ανωτέρω χρονικό διάστημα.

ΟΡΙΖΕΙ την αποπληρωμή της διαφοράς που υπολείπεται μεταξύ των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν βάση της διάταξης του άρθρου 5§2 του Ν. 3869/2010 και των καταβολών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 8§2 του ίδιου νόμου, εντόκως μέσα σε ένα έτος από την λέξη  της πενταετίας, ήτοι κατά το έκτο έτος, με επιτόκιο αυτό, (το ισχύον κατά τη λήξη των πενταετών καταβολών), των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας ιδιοκτησίας της, ήτοι μία διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο από το ισόγειο όροφο και συγκεκριμένα το διαμέρισμα επιφανείας 114 τ.μ. πρώτου ορόφου, της υπ’ αριθμ. Ρ1, Ρ2, και Ρ3 θέσεις στάθμευσης επιφανείας 11,70 τ.μ.,12,15 τ.μ. και 12,15 αντίστοιχα του ισογείου, την υπ’ αριθμ. Ρ4 θέσεις στάθμευσης επιφανείας 12,60 τ.μ. του υπογείου καθώς και υπόγεια αποθήκη επιφανείας 62,70τ.μ.κείμενης της εν λόγω οικοδομή στο υπ’ αριθμ. ΙΙΙ διαιρετό τμήμα οικοπέδου που  βρίσκεται στη περιφέρεια της Κοινότητας Α……. Α…… του τέως Δήμου  Μ…….. και στη συμβολή των οδών Α……. – Σ……. αρ. . και Α…..

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει στη πρώτη  μετέχουσα στην δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Ε…….. Ε……. Α.Ε.» για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, το ποσό των 644,73€ το μήνα και επί 240 μήνες (20 έτη x 12 μήνες). Η καταβολή των δόσεων αυτών θα ξεκινήσει έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Κ……… Α……, σε έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 01 Δεκεμβρίου 2016, απουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέα της Έδρας Ε…..  Μ…..

 

          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                

 

               Ε…… Μ……                                      Ε…. Μ….

         

23Ιάν 2017

ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ ΓΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ.

ΧΡΩΣΤΟΥΣΕ 75.890 ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΕΛΙΚΑ 12.000 ΕΥΡΩ.

Αριθμός Απόφασης

60/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ

 

(Εκούσια Δικαιοδοσία)

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη  Α….. Τ………… και από την Γραμματέα Δ…….. Π…….

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2016 για να δικάσει την αίτηση με αντικείμενο την υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 :

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ Κ……….. Β…….. του Γ……., κατοίκου Ν…. Ι….. Α……, οδός Δ………. αρ. .., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Άννας Κορσάνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών, οι οποίες κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής :

  1. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Ε….. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Α…. αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
  2. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σ…… αρ. .. και  εκπροσωπείται νόμιμα, που  παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας  δικηγόρου Σ………. Γ……….., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
  3. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «M….. P…… P….. C. L..», που εδρεύει στην A…., Λεωφόρος Κ……. αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η παρεμβαίνουσα ειδική διάδοχος ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Α……. αρ. . και εκπροσωπείται νόμιμα, που  παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ε…….. Κ………., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
  4. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «C……. I………… P..», που εδρεύει στο Λ…… Η……. Β…….. και είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα, οδός Ό….. αρ. . και εκπροσωπείται νόμιμα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ……. Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αρ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, που  παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Σ………. Γ…………, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
  5. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «D….. C… I………… P..», που εδρεύει στην A…., Λεωφόρος Σ…… αρ. ..-.. και εκπροσωπείται νόμιμα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η  ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Α… Τ……. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σ…… αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, που  παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Σ………. Γ……….., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
  6. Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «B………. V…», που εδρεύει στο Λ…… Η……. Β…….., οδός C…….. P….  αρ. . Ε14  S.., της οποίας αντίκλητος στην Ελλάδα είναι ο Α…… Π….., οδός Β……… Σ….. αρ. .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

 

Ο ΑΙΤΩΝ ΖΗΤΑΕΙ να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλείται σε αυτή, η από 5-7-2012 αίτησή του που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 454/9-7-2012, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, λαμβάνοντας αρ. πιν. 3.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ, μετά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρασταθέντων διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών, συνταξιούχος και κάτοικος Ν… Ι….. Α……, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τις καθ’ ών  (πιστώτριες) ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητάει να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 3869/2010, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του, καθώς και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αίτηση αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται στο δικαστήριο αυτό, όπου έχει την κατοικία του ο αιτών, για να συζητηθεί κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ και 3 Ν. 3869/2010.  Είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους Ν. 4161/2013 και Ν. 4336/2015 και ισχύει, σημειουμένου  ότι η  κρινόμενη  αίτηση, ως υποβληθείσα  πριν τις 19-8-2015, καταλαμβάνεται από το νομικό πλαίσιο ουσιαστικού δικαίου που ίσχυε πριν την τροποποίηση του Ν. 4336/2015, σύμφωνα με τα οριζόμενα ρητά στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 4336/2015, ενώ ως υποβληθείσα πριν τις 14-6-2013 καταλαμβάνεται όσον αφορά την προδικασία από το ισχύσαν προ του Ν. 4161/2013 δίκαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 Ν. 4161/2013. Πρέπει συνεπώς η κρινόμενη αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθότι αφενός χώρισε η απαιτούμενη από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 4336/2015 και την ΚΥΑ 8986/14-10-2015 επικαιροποίηση των στοιχείων του φακέλου, αφετέρου τηρήθηκαν για το παραδεκτό της αίτησης οι προϋποθέσεις της απαιτούμενης προδικασίας. Ειδικότερα :  α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου απ’ αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 και 2 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν. 4161/2013, ο οποίος (συμβιβασμός) απέτυχε, όπως βεβαιώνεται από την διαμεσολαβήτρια δικηγόρο Άννα Κορσάνου,  β) η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού (αποτυχία εξωδικαστικού συμβιβασμού στις 5-6-2012 και κατάθεση κρινόμενης αίτησης στις 5-7-2012),  γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση των οφειλών του, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου (βλ. σχετική βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ’ αριθ. πρωτ. 531γ΄/6-10-2016/1028),  δ) κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα, όπως ανωτέρω αναφέρεται, οι μετέχουσες πιστώτριες κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010  (βλ. τις με αριθμό 10476/11-7-2012, 10478/11-7-2012, 10488/12-7-2012,  10493/12-7-2012, 10487/12-7-2012 και 10495/12-7-2012 εκθέσεις επίδοσης της διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικής επιμελήτριας Α……. Ι. Α………….), ε)  κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού τα έγγραφα του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του Ν. 4161/2013 και εφαρμόζεται εν προκειμένω στην προδικασία), ήτοι βεβαίωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού και υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα της οικονομικής κατάστασης με τα αποδεικτικά έγγραφα αυτής και  στ) απέτυχε ο δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το προτεινόμενο από τον αιτούντα σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες (βλ. τις εμπρόθεσμες κατατεθείσες έγγραφες παρατηρήσεις όλων των καθ’ ών, πλην της έκτης καθ’ ής που δεν υπέβαλε παρατηρήσεις, σημειουμένου ότι η εξ αυτού του λόγου τεκμαιρόμενη συναίνεσή της στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του αιτούντος δεν επαρκεί εν προκειμένω για την υποκατάσταση της συναίνεσης των υπολοίπων καθ’  ών κατ’ άρθρο 7 Ν. 3869/2010).

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των καθ’ ών πιστωτριών που παραστάθηκαν στη δίκη, με τις προτάσεις που νομότυπα κατέθεσαν, κατ’ εκτίμηση των ισχυρισμών τους, ομολόγησαν την ύπαρξη δανειακών συμβάσεων του αιτούντος – οφειλέτη και προέβαλαν τα ακόλουθα  :  1) Αιτιολογημένη άρνηση της αίτησης λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.  2) Ισχυρισμό περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης λόγω αοριστίας διότι  α) δεν αναφέρεται ο χρόνος ανάληψης των ένδικων δανειακών υποχρεώσεων,  β) δεν αναφέρονται τα έκτακτα και αιφνίδια περιστατικά που οδήγησαν τον αιτούντα σε αδυναμία πληρωμών, γ) δεν αναφέρεται ποια τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το χρόνο που προέβη σε τραπεζικό δανεισμό. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι η κρινόμενη αίτηση περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010 για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, ήτοι περιέχει  α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου,  β) κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Άλλα στοιχεία, όπως τα εισοδήματα του οφειλέτη κατά το χρόνο που προέβη σε τραπεζικό δανεισμό, δεν απαιτούνται ευθέως από το  νόμο ως στοιχείο του ορισμένου της αίτησης, ενώ καταρχήν δεν υπάρχει υποχρέωση του οφειλέτη να αναφέρει πως περιήλθε σε οικονομική αδυναμία (ΕιρΛαρ 106/2011, ΕιρΘεσ 6546/2011, ΕιρΑλμωπ 60/2012, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, δεν απαιτείται εκ του νόμου ως στοιχείου του ορισμένου της αίτησης η λεπτομερής αναγραφή του χρονικού σημείου ανάληψης κάθε οφειλής, αλλά αρκεί αυτές να αναλύονται κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να αναφέρεται ότι αναλήφθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του έτους και ότι κάποιες είναι ληξιπρόθεσμες. Τυχόν δε έλλειψη όλων των παραπάνω στοιχείων μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις κατ’  άρθρο 236 ΚΠολΔ αναλογικά εφαρμοζόμενης, αλλά και να προκύψει από τις αποδείξεις ή από αυτεπάγγελτο έλεγχο στα πλαίσια του ανακριτικού συστήματος κατ’  άρθρο 744, 745 και 759 ΚΠολΔ.  3) Επικουρικά, ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών διότι, ενώ δεν διέθετε υψηλό εισόδημα, προέβη αλόγιστα σε δανεισμό καταναλωτικών τραπεζικών προϊόντων, γνωρίζοντας ή τουλάχιστον αποδεχόμενος ότι θα ήταν αδύνατο να εξυπηρετήσει κανονικά τις οφειλές του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, με την οποία συντάσσεται και το παρόν Δικαστήριο, δε νοείται δολιότητα του οφειλέτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποία η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από το δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές.  Ειδικότερα, οι καθ’ ών δεν εξειδικεύουν τις συγκεκριμένες ενέργειες του αιτούντος, με τις οποίες απέκρυψε από την τράπεζα την οικονομική του κατάσταση ή τις όποιες υποχρεώσεις είχε.  Εφόσον δε τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες των δανειοληπτών τους μέσω βεβαίωσης αποδοχών απευθυνόμενα σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή ερευνώντας την οικονομική τους συμπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας», αυτά αναλαμβάνουν την ευθύνη της χορήγησης ή μη των δανείων που τους ζητούνται  (ΕιρΜουδ 2/2012,ΕιρΚρωπ 22/2012 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 5182/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Αθ. Κρητικός. Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, έκδοση 2010, σελ. 57).  4) Ένσταση καταχρηστικότητας της κρινόμενης αίτησης, διότι με αυτήν ο αιτών ουσιαστικά ζητά την διαγραφή των χρεών του, προτείνοντας αδικαιολόγητη περικοπή των οφειλών. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα επικαλούμενα από τις καθ’  ών περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν  μπορούν να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου  ΑΚ 281, αλλά εκτιμώνται ως αιτιολογημένη άρνηση της αίτησης. Σημειώνεται ότι το σχέδιο διευθέτησης οφειλών αποτελεί μόνο στοιχείο του ορισμένου της αίτησης του Ν. 3869/2010, χωρίς να είναι σε καμία περίπτωση δεσμευτικό για το Δικαστήριο, που δύναται να προβεί και σε διαφορετικού περιεχομένου ρύθμισης των χρεών, θα κρίνει τον τρόπο ικανοποίησης των πιστωτών και το καταβλητέο ποσόν, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 και τα εκατέρωθεν συμφέροντα οφειλέτη και πιστωτών.

Από την εκτίμηση της χωρίς όρκο κατάθεσης στο ακροατήριο του ίδιου του αιτούντος και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων,  αποδείχθηκαν πλήρως τα εξής:  Ο αιτών, ηλικίας 81 ετών, είναι συνταξιούχος του ΟΤΕ από το 1990, έγγαμος και έχει αποκτήσει δύο ενήλικα και οικονομικά ανεξάρτητα τέκνα. Κατοικεί στη Ν.. Ι….. Α….., επί της οδού Δ………. αρ. .., σε οικία επιφάνειας 106,30 τμ. ιδιοκτησίας της συζύγου του κατά πλήρη κυριότητα, ενώ ο ίδιος δεν διαθέτει καθόλου ακίνητη ή αξιόλογη κινητή περιουσία, παρά μόνο ένα αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας …-…., μάρκας Η……. Α….., κυβισμού 1341 κ.εκ. έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999 και εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 700 ευρώ.  Επί του παρόντος η σύνταξη του αιτούντος κύρια και επικουρική, ανέρχεται, κατόπιν περικοπών, στο ποσό των 1.202,94 ευρώ μηνιαίως. Η σύζυγός του εργαζόταν μέχρι και το έτος 2010 παραδίδοντας μαθήματα χειροτεχνίας στο Δήμο με αποδοχές περί τα 200 ευρώ μηνιαίως, ενώ πλέον δεν εργάζεται, με αποτέλεσμα να καλύπτονται όλες οι βιοτικές ανάγκες του ζεύγους από τη σύνταξη του αιτούντος. Οι δε εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της συζύγου του, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής αλλά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, εκτιμώνται περί τα 900 ευρώ μηνιαίως, αφού διαμένουν σε ιδιόκτητη μονοκατοικία και δεν πληρώνουν ενοίκιο ή κοινόχρηστα, παρά τους λογαριασμούς ύδατος, ηλεκτροφωτισμού, διατροφής και ελάχιστα ιατρικά. Η σταδιακή μείωση του εισοδήματος του αιτούντος προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά του σημειώματα των τελευταίων ετών, όπου εμφαίνεται ότι το οικονομικό έτος 2009 είχε ετήσιο ατομικό εισόδημα 23.488,34 ευρώ (αντιστοιχούντος σε 1.957,36 ευρώ μηνιαίως) και η σύζυγος 2.527,20 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 το ατομικό του εισόδημα ανήλθε σε 23.821,06 ευρώ (αντιστοιχούντος σε 1.985,08 ευρώ) και της συζύγου σε 3.369,60 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 το ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος ανήλθε σε 21.884,23 ευρώ (αντιστοιχούντος σε 1.823,68 ευρώ μηνιαίως), το οποίο αποτέλεσε και το οικογενειακό εισόδημα, αφού η σύζυγος σταμάτησε να εργάζεται έκτοτε παρουσιάζονται μηδενικά εισοδήματα, το οικονομικό έτος 2012 το ετήσιο ατομικό του αιτούντος και οικογενειακό εισόδημα ανήλθε σε 20,916,94 ευρώ (αντιστοιχούντος σε 1.743,07 ευρώ μηνιαίως), το οικονομικό έτος 2013 το ετήσιο εισόδημά τους ανήλθε σε 19.528,60 ευρώ (αντιστοιχούντος σε 1.627,38 ευρώ), το οικονομικό έτος 2014 μειώθηκε σημαντικά σε 16.744,39 ευρώ ετησίως (αντιστοιχούντος σε 1.395,36 ευρώ μηνιαίως), το φορολογικό έτος 2014 ανήλθε σε 16.677,94 ευρώ ετησίως (αντιστοιχούντος σε 1.389,82 ευρώ μηνιαίως, ενώ το φορολογικό έτος 2015 ανήλθε σε 16.380,12 ευρώ ετησίως αντιστοιχούντος σε 1.365,01ευρώ μηνιαίως).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σ χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικη αίτησης, ο αιτών ανέλαβε από τις καθ’ ών πιστώτριες τραπεζικά προϊόντα καταναλωτικού χαρακτήρα, αφενός προκειμένου να επιδιορθωθεί η οικία του συζύγου του (έτους κατασκευής 1959), που αποτελεί και την κύρια κατοικία τους, αφετέρου προκειμένου να αντιμετωπιστούν σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα του ίδιου του αιτούντος και θέματα υγείας της συζύγου του. Ειδικότερα : 1) Από την πρώτη καθ’ ής με την επωνυμία «Ε….. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» ο αιτών έλαβε α) καταναλωτικό δάνειο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………. σύμβασης, η οφειλή για την εξόφληση του οποίου ανερχόταν σε 14.802,11 ευρώ κατά την ημερομηνία επίδοσης της κρινόμενης αίτησης στην καθ’ ής (12-7-2012), οπότε και οι απαιτήσεις της σταμάτησαν να εκτοκίζονται ως ανέγγυες  κατ΄ άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010,  β) την υπ’ αριθ. ……………. πιστωτική κάρτα, η οφειλή για την εξόφληση της οποίας ανερχόταν κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία επίδοσης σε 66,50 ευρώ,  γ) την υπ’  αριθ. …………….. πιστωτική κάρτα, η οφειλή για την εξόφληση της οποίας ανερχόταν κατά την επίδοση της αίτησης σε 5.687,12 ευρώ και   δ)  την υπ’ αριθ. ……………. πιστωτική κάρτα, η οφειλή για την εξόφληση της οποίας ανερχόταν κατά την ανωτέρω ημερομηνία σε 5.308,55 ευρώ, επομένως, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς την πρώτη καθ’ ής ανέρχεται σε 25.864,28 ευρώ (14.802,11  + 66,50 + 5.687,12 + 5.308,55  = 25.864,28).   2) Από την δεύτερη καθ’ ής με την επωνυμία «Α… Τ…… Α.Ε.», ατομικά και ως διάδοχος της τέταρτης και πέμπτης των καθ’ ών (C……. I………… και D…. C… I………….), ο αιτών έλαβε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση, η οφειλή για την εξόφληση των οποίων ανερχόταν σύμφωνα με την από 15-4-2016 κατάσταση οφειλών που χορήγησε η ίδια η τράπεζα και κατόπιν καταβολών στις οποίες προέβη ο αυτών από την κατάθεση της αίτησής του έως και τη συζήτηση αυτής στα κάτωθι ποσά :   α) για την πιστωτική κάρτα με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού ……………… στο ποσό των 1.600.43 ευρώ,  β) για την πιστωτική κάρτα με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού ……………. στο ποσό των 4.200,17 ευρώ, γ) για την πιστωτική κάρτα με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού……………. στο ποσό των 3.899,99 ευρώ,  δ) για την πιστωτική κάρτα με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού ……………. στο ποσό των 2.241,65 ευρώ,  ε) για την πιστωτική κάρτα με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού ………….. στο ποσό των 1.264,84 ευρώ,  στ) για το καταναλωτικό δάνειο με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού …………….. στο ποσό των 3.033,03 ευρώ,  ζ) για το καταναλωτικό δάνειο με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού …… στο ποσό των 14.040,72 ευρώ, και  η) για το καταναλωτικό δάνειο με τηρούμενο αριθμό λογαριασμού ……., όπου ο αιτών ενέχεται ως εγγυητής, στο ποσό των 2.014,43 ευρώ, επομένως η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τη δεύτερη καθ’ ής ανέρχεται σε 32.295,26 ευρώ  (1.600,43 + 4.200,17 + 3.899,99 + 2.241,65 + 1.264,84 + 3.033,03 + 14.040,72 + 2.014,43 = 32.295,26).  3)  Από την τρίτη καθ’ ής «Μ….. P…… P….. C. L..», στη θέση της οποία υπεισήλθε η ειδική διάδοχος με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.», ο αιτών έλαβε μια πιστωτική κάρτα με στοιχεία P…………, η οφειλή για την εξόφληση της οποίας ανερχόταν σε 11.865,64 ευρώ κατά το χρόνο κοινοποίησης της κρινόμενης αίτησης στην καθ’ ής (12-7-2012), οπότε και σταμάτησε να εκτοκίζεται η απαίτησή της ως ανέγγυα, σύμφωνα με στοιχεία που προσκόμισε η καθ’ ής κατά την προδικασία με τις από 29-8-2012 παρατηρήσεις της.  4) Από την έκτη καθ’ ής με την επωνυμία «B………. V…» ο αιτών έλαβε μια πιστωτική κάρτα, η οφειλή για την εξόφληση της οποία ανερχόταν σε 5.866,30 ευρώ σύμφωνα με την από 14-2-2012 ανάλυση οφειλών που χορήγησε η καθ’ ής, στο ως άνω ύψος θα ληφθεί δε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού εν λόγω καθ’ ής δεν συμμετείχε ούτε στην προδικασία ούτε παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης για να διευκρινίσει το ύψος των απαιτήσεών της κατά την ημερομηνία που της επιδόθηκε η κρινόμενη αίτηση.  Το σύνολο των οφειλών του αιτούντος προς όλες τις πιστώτριές του μαζί ανέρχεται σε 75.891,48 ευρώ (25.864,28 + 32.295,26 + 11.865,64 + 5.866,30 = 75.891,48).

Από όλα α ανωτέρω αποδειχθέντα συνάγεται ότι, από το έτος 2013, οπότε η σύνταξη του αιτούντος, που ήδη αποτελούσε το μοναδικό οικογενειακό του εισόδημα, μειώθηκε αισθητά, ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση των οποίων ανερχόταν σε 250 ευρώ κατόπιν ρύθμισης, ενώ από το ίδιο μειωμένο εισόδημα έπρεπε να εξυπηρετούνται επιπλέον κάποιες οφειλές της συζύγου του με μηνιαία δόση αποπληρωμής περί τα 150 ευρώ, καθώς και οι φορολογικές υποχρεώσεις της συζύγου που αφορούν την ακίνητη περιουσία της.  Η αδυναμία του αιτούντος να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις δεν οφείλεται σε δόλο, αλλά στις προαναφερθείσες παραστάσεις.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση.  Επίσης, κρίνεται ότι εν προκειμένω δεν χρήζει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010 περί ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, καθότι, τοπαραπάνω περιγραφόμενο αυτοκίνητο του αιτούντος είναι ευτελούς αξίας λόγω παλαιότητας και δεν αναμένεται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον.  Εξάλλου, η εκποίηση του δεν θα συμβάλλει ουσιωδώς στην μερική έστω ικανοποίηση των απαιτήσεων του αιτούντος, επομένως, εν προκειμένω, η διατήρηση του αυτοκινήτου υπέρ του οφειλέτη κρίνεται πιο συμφέρουσα, ώστε να καλυφθούν οι απαραίτητες ανάγκες μετακίνησης του αιτούντος και της συζύγου του, που δεν διαθέτουν άλλο οικογενειακό μέσο μεταφοράς.

Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της τριετούς έως πενταετούς ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, λαμβανομένων υπόψη των εισοδημάτων του αιτούντος και των βιοτικών δαπανών του ίδιου και της συζύγου του, το προς διάθεση στις πιστώτριες ποσό ορίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 200 ευρώ το μήνα και για μία πενταετία, συμμέτρως διανεμόμενο προς την καθ’  ών. Καθότι, όπως προαναφέρθηκε, οι οφειλές του αιτούντος ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 75.891,48 ευρώ, σε κάθε μία από τις καθ’  ών αναλογούν από τη μηνιαία δόση των 200 ευρώ τα εξής ποσά  :  α) Στην «Ε….. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» το ποσό των 68,16 ευρώ μηνιαίως (200 Χ 25.864,28 : 75.891,48),  β)  στην «Α… Τ…… Α.Ε.» το ποσό των 85,11 ευρώ μηνιαίως (200 Χ 32.295,26 : 75.891,48)  γ) στην «Τ…… Π……. Α.Ε.» το ποσό των 31,27 ευρώ μηνιαίως (200 Χ 11.865,64 : 75.891,48) και   δ) στην  «B………. V…» το ποσό των 15,45 ευρώ μηνιαίως (200 Χ 5.866,30 : 75.891,48).  Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της πενταετίας (60 μήνες) κάθε πιστώτρια του αιτούντος θα έχει ικανοποιηθεί μερικώς έχοντας λάβει τα εξής ποσά :  α) Η «Ε….. Τ……. Τ.. Ε…… Α.Ε.» ποσό 4.089,60 ευρώ  (68,16 Χ 60 μήνες),  β) η «Α… Τ…… Α.Ε.» ποσό 5.106,60 ευρώ (85,11 Χ 60 μήνες),  γ) η «Τ…… Π……. Α.Ε.» ποσό 1.876,20 ευρώ (31,27 Χ 60 μήνες και  δ)  η «B………. V…» ποσό 927 ευρώ (15,45 Χ 60 μήνες).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες σε αυτήν οφειλές του αιτούντος, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντος από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτριών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1. Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης.

Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

         Δικάζει ερήμην της πρώτης και έκτης των καθ’ ων και με παρόντες τους λοιπούς διαδίκους.

Δέχεται  την αίτηση.

         Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές  ποσού διακοσίων (200) ευρώ συμμέτρως προς τις πιστώτριές  του  επί μία πενταετία (60) μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, επιμεριζόμενου του ποσού κάθε δόσης με καταβολή στην «Ε….. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» ποσού εξήντα οχτώ ευρώ και δεκαέξι λεπτών (68,16 ευρώ) στην «Α… Τ…… Α.Ε.» ποσού ογδόντα πέντε ευρώ και έντεκα λεπτών (85,11 ευρώ) στην «Τ…… Π……. Α.Ε.» ποσού τριάντα ενός ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (31,27 ευρώ) και στην «B………. V…» ποσού   δεκαπέντε ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (15,45 ευρώ).

Απαλλάσσει τον αιτούντα από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο της οφειλής του προς τις πιστώτριές του, μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την παρούσα απόφαση ρύθμισης και υπό την επιφύλαξη τυχόν τροποποίησής της.

                   Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Νέα Ιωνία, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 24/10/2016.

          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                

             Α….. Τ…………                                Δ……. Π…….

23Ιάν 2017

ΝΕΑ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΟΥ ΧΕΙΡΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΚΟΡΣΑΝΟΥ.

ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ ΧΡΩΣΤΟΥΣΕ ΑΡΧΙΚΑ 90.350 ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΤΕΛΙΚΑ 44.280 ΕΥΡΩ.

ΑΡΙΘΜΟΣ : 1342/Φ 4257/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη  Αθηνών, Κ……….. Ε…………, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου  Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της  Γραμματέως Ε…. Π………

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27/10/2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ :

Του καλούντος-αιτούντος   Β…….. Β……… του  Ε………,  κατοίκου Α…..,  που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Άννας Κορσάνου.

Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας,  που έχει καταστεί διάδικος, μετά τη νόμιμη κλήτευσή της (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παρίσταται ως εξής : Η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία «Α…. Τ…… Α.Ε.»  που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μ….. Π…., ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «Ε……. Τ…… Τ.. Ε…… Α.Ε.» λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση.

Ο αιτών με την από 9-11-2015 κλήση του, επαναφέρει προς συζήτηση την από 13-2-2015 και αριθ. κατ. 916/2012 αίτηση της εκουσίας διαδικασίας, ζήτησε τα κατ’ αυτήν. Δικάσιμος για τη συζήτηση της παραπάνω κλήσης ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Στην υπό κρίση αίτησή του, ο αιτών αναφέρει, ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς την καθ’ ης, που είναι και μοναδική του πιστώτρια, όπως αναφέρεται στην υποβληθείσα κατάσταση πιστωτών και ζητάει να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει.

Η αίτηση αυτή αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν. 3869/2010) και για το παραδεκτό της προσκομίζονται νόμιμα οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα  α) η από 17-2-2012 υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων του, των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα, καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του κατά την τελευταία τριετία και  β) επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου ως άνω άρθρου. Εξάλλου από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη όμοια αίτηση του αιτούντος, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές του. Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι απολύτως ορισμένη και νόμιμη, διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ν. 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της πλευρά, μετά την καταβολή των νόμιμων τελών συζητήσεως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των πιστωτών του.

Η καθ ης, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αρνήθηκε το περιεχόμενο της αίτησης ζητώντας την απόρριψή της. Επιπλέον προέβαλε παραδεκτά τις ενστάσεις περί δολιότητας και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του αιτούντος, οι οποίες ως νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 και του άρθρου 281 ΑΚ, θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την ανωμοτί κατάθεση του αιτούντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και η οποία εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται  οι διάδικοι, από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή :  Ο αιτών, ηλικίας 43 ετών, είναι έγγαμος και πλέον, από την 3-6-2016 άνεργος, καθώς απολύθηκε από την εταιρία B….. στην οποία εργάζονταν από το έτος 1997.  Κατά το τελευταίο έτος της εργασίας του αμείβονταν με το ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως, καθώς ο μισθός του είχε ήδη υποστεί μείωση κατά 300 ευρώ από το έτος 2009. Το μόνο εισόδημά του, προέρχεται από το επίδομα ανεργίας που θα λαμβάνει από τον ΟΑΕΔ, μέχρι και την 30-6-20017. Η σύζυγός του είναι επίσης άνεργη και η μόνη οικονομική βοήθεια που έχουν ως οικογένεια, προέρχεται από την ύψους 700 ευρώ σύνταξη της μητέρας του αιτούντος. Τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός  του καταβάλουν συνεχώς προσπάθειες για ανεύρεση άλλης εργασίας,  χωρίς να τα έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του ίδιου και της συζύγου του ανέρχεται, με μετριοπαθείς υπολογισμούς στο ποσό των 600 ευρώ και αφορά  τις δαπάνες για την διατροφή, ένδυση, μετακίνηση, θέρμανση και την πληρωμή των διαφόρων τελών που έχουν επιβληθεί λόγω της οικονομικής κρίσης. Έχει την αποκλειστική κυριότητα του με στοιχεία Β1 διαμέρισμα εμβαδού 79 τ.μ. που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας, στην Α…., επί της οδού Λ…….. .., αντικειμενικής αξίας 57.733,20 ευρώ (σύμφωνα με την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΑ του 2014).  Επίσης έχει στην κυριότητά του και το με αριθμό κυκλοφορίας Ζ.. …. ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής S…., αξίας 3.000 ευρώ. Η συνεχόμενη μείωση των εισοδημάτων του  από το 2009 και μετά αλλά κυρίως το καθεστώς ανεργίας στο οποίο πλέον βρίσκεται ο ίδιος, είχαν σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί ο αιτών να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις προς την καθής, ύψους 490 ευρώ μηνιαίως κι εντέλει να καταστεί αδύνατη την εξυπηρέτηση των οφειλών του.

Η καθ’ ης είναι πιστώτρια του αιτούντος, ενώ οι προς ρύθμιση χρηματικές οφειλές του δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος, πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα ο αιτών οφείλει στην καθής από τις αναφερόμενες στην αίτηση συμβάσεις στεγαστικών δανείων συνολικά το ποσό των 90.351,68 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτών του, συνεπώς το δικαστήριο  πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα του για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών του. Λαμβανομένου υπ’ όψη του κόστους διαβίωσης του αιτούντος και της οικονομικής του κατάστασης, η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε ο αιτών έχει την αποκλειστική κυριότητά του το με στοιχεία Β1 διαμέρισμα εμβαδού 79 τ.μ. που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας, στην Α…., επί της οδού Λ Λ…….. .., αντικειμενικής αξίας 57.733,20 ευρώ το οποίο χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του. Συνεπώς δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας, (200.000 ευρώ) προσαυξημένο κατά 50% και πρέπει επομένως να εξαιρεθεί από την εκποίηση, μετά την υποβολή σχετικής προτάσεως της αιτούσης. Από τις μηνιαίες καταβολές για μία τριετία, που αναφέρονται παραπάνω, θα καλυφθεί μόνο μέρος των απαιτήσεων της καθ’ ης και ειδικότερα 1.800 ευρώ. Η ικανοποίηση των υπολοίπων απαιτήσεων της καθ’ ης, με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας του αιτούντος, που σύμφωνα με το νόμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, πρέπει να οριστεί στο ποσό των (57.733,20 Χ 80%) 46.187 ευρώ, αφού ληφθούν υπόψη η ηλικία του, η τωρινή οικονομική του κατάσταση και η μη προοπτική άμεσης βελτίωσης αυτής. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού, η οποία θα ξεκινήσει τρία (3) χρόνια μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής (καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στον αιτούντα, περίοδος  χάριτος διάρκειας 3 ετών), θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) χρόνια. Η μηνιαία δόση, που θα καταβάλει ο αιτών στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής ανέρχεται σε (46.187/240) 194,44 ευρώ το μήνα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με την  ως άνω κινητή περιουσία του αιτούντος αυτή δεν κρίνεται πρόσφορη προς εκποίηση, καθώς δεν προβλέπεται να προκαλέσει άμεσο αγοραστικό ενδιαφέρον.

Κατά ακολουθία των παραπάνω, αφού απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί και οι ενστάσεις της καθής ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθώς εκτός των άλλων, δεν αποδείχτηκε δόλος πλουτισμού του αιτούντος σε βάρος της, θα πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή εν μέρει, ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές του  αιτούντος, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι της καθ’ ης, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1. ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

         Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

         Δέχεται  εν μέρει την αίτηση.

         Καθορίζει  τις επί μία τριετία  μηνιαίες καταβολές του αιτούντος  προς την καθ’ ης, στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ. Το ποσό αυτό θα καταβάλλεται μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής.

         Εξαιρεί από την εκποίηση, το ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του αιτούντος, ήτοι το με στοιχεία Β1 διαμέρισμα εμβαδού 79 τ.μ. που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας, στην Α…., επί της οδού Λ……. .., αντικειμενικής αξίας 57.733,20 ευρώ.

         Καθορίζει το καταβλητέο από τον αιτούντα, για την αμέσως παραπάνω αιτία, συνολικό ποσό σε σαράντα έξι χιλιάδες εκατόν ογδόντα επτά (46.187/240), που θα πληρωθεί με καταβολές σε διακόσιες σαράντα (240) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των εκατόν ενενήντα δύο ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (192.44) η κάθε μία. Οι δόσεις αυτές θ’ αρχίσουν να καταβάλλονται μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την δημοσίευση της απόφασης, θα γίνονται στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα και θα διαρκέσουν επί είκοσι (20) έτη.

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

 

          Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                                                  

         Κ………. Ε…………                                      Ε….. Π………

23Ιάν 2017

ΝΕΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ.

ΑΠΟ 60.500 ΕΥΡΩ ΠΟΥ ΑΡΧΙΚΑ ΧΡΩΣΤΟΥΣΕ Η ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ

ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ 18.000 ΕΥΡΩ.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ : 1339/Φ 4256/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη  Αθηνών, Κ……….. Ε…………, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου  Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της  Γραμματέως Ε…. Π………

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27/10/2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ :

Της αιτούσας: Ε……. Μ…… του Τ………, κατοίκου Γ……., οδός Ε…. .., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Άννας Κορσάνου.

Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών,  που έχουν καταστεί διάδικοι, μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 5 Ν. 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ) και παρίστανται ως εξής :

  1. Η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «Α…. Τ…… Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μ….. Π…..
  2. Η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρείας με την επωνυμία «Τ…… Π……. Α.Ε.»  που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και που  παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας  δικηγόρου της Σ………. Π……., ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «Τ…… Μ……… Β… Α.Ε.».
  3. Η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «V……… Β… G…» που εδρεύει στην Η…….. Α…… εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Β…….. Γ…….

Η αιτούσα με την από 9-11-2015 και αριθμ. κατ. 4256/2015 κλήση της, επαναπροσδιόρισε κατά την ως άνω δικάσιμο την με αριθμό κατάθεσης 9125/2014 αίτηση της εκουσίας διαδικασίας με την οποία ζήτησε τα κατ’ αυτήν.

Για την προκείμενη συζήτηση της αίτησης κα μετά την εκφώνηση της  υποθέσεως το Δικαστήριο αφού, άκουσε όσα αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην υπό κρίση, με αριθμό κατάθεσης 9125/2014 αίτησή της, η αιτούσα αναφέρει ότι βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς τις καθ’ ων, όπως αναφέρονται στην υποβληθείσα κατάσταση πιστωτών και ζητάει να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που υποβάλλει.

Η αίτηση αυτή αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 ν. 3869/2010) και για το παραδεκτό της προσκομίζονται νόμιμα οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα α) η από 16-12-2014 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσης για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας, των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα, καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του κατά την τελευταία και β) επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου ως άνω άρθρου. Εξάλλου από την αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη όμοια αίτηση της αιτούσης, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές του. Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση είναι απολύτως ορισμένη και νόμιμη, διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του ν. 3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της πλευρά, μετά την καταβολή των νόμιμων τελών συζητήσεως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των πιστωτών του.

Οι καθ’ ων, αρνήθηκαν το περιεχόμενο της αίτησης και ζήτησαν την απόρριψή της, προβάλλοντας παραδεκτά τις ενστάσεις περί δολιότητας και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του αιτούντος, οι οποίες ως νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 και του άρθρου 281 ΑΚ, θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Επιπλέον η τρίτη των καθών προέβαλλε τον ισχυρισμό περί μη υπαγωγής της απαίτησής της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, λόγω του ότι η ίδια έχει ήδη υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως του οχήματος, που είχε μεταβιβαστεί στην αιτούσα με παρακράτηση κυριότητας.

Από την ανωμοτί κατάθεση της αιτούσης, που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης δίκης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται ο αιτών καθώς οι παριστάμενες καθ’ ων Τράπεζες, από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την, αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, (αρ. 744 ΚΠολΔ), και την επ’ ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή :

Η αιτούσα είναι 42 ετών, διαζευγμένη και εργάζεται τα τελευταία χρόνια ως υπάλληλος στο ιδιωτικό βρετανικό σχολείο S.. L…… C……, με μηνιαίο μισθό που ανέρχεται στο ποσό των 1.000,51 ευρώ καθαρά. Από το γάμο της που λύθηκε συναινετικά το έτος 2008 σύμφωνα με την με αριθμό …./2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει αποκτήσει δύο ανήλικες κόρες, ηλικίας 15 και 11 ετών, εκ των οποίων η μεγαλύτερη σε ηλικία παρουσιάζει ήπιας μορφής νοητική στέρηση. Κατά το παρελθόν εργάζονταν σε διάφορες εταιρίες, με τελευταία την K………, στην οποία απασχολήθηκε μέχρι το Δεκέμβριο του 2010, με μισθό που ανέρχονταν σε 1.572 ευρώ μεικτά. Η ίδια δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία, εκτός από τα 50% εξ’ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου συνολικής έκτασης 1.809,63 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Ζ……, εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος Π…. Φ……, του Δήμου Κ……. Ν….. Φ…… Μένει μαζί με τα τέκνα της, στο σπίτι της μητέρας της η οποία τους φιλοξενεί. Οι καθών είναι πιστώτριες της αιτούσης, προς τις οποίες αυτή οφείλει, σύμφωνα με την αίτηση συνολικά το ποσό των 70.285,44 ευρώ. Όμως, αναφορικά με την οφειλή της αιτούσας προς την τρίτη πιστώτρια (V………. B…) θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή προέρχεται από την με αριθμό ….005004 σύμβαση χορήγησης δανείου πωλήσεως αυτοκινήτου, δυνάμει της οποίας η ίδια αγόρασε, με παρακράτηση κυριότητας τον αναφερόμενο στην αίτηση  ΙΧΕ αυτοκίνητο τύπου P…. Όμως η ως άνω τραπεζική εταιρία με την από 12-10-2016 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην αιτούσα, με την με αριθμό 6290Β/20-10-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθήνας Μ….. Π…. υπαναχώρησε από την σύμβαση λόγω ματαίωσης της αίρεσης ως προς την πληρωμή του τιμήματος, ζητώντας να της αποδοθεί το αυτοκίνητο. Αυτό έχει σαν συνέπεια κατ’ άρθρο 532 ΑΚ ότι αφενός αυτοκίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο της περιουσίας της αιτούσης και ότι αφετέρου το τίμημα δεν αποτελεί πλέον, μέρος του παθητικού της περιουσίας της, ώστε να ενταχθεί στη ρύθμιση. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, για τους ανωτέρω λόγους, ως προς την τρίτη πιστώτρια, ως ουσιαστικά αβάσιμη (Βενιέρης – Κατσάς Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 σελ. 549 παρ. 1269). Κατόπιν αυτών το συνολικό οφειλόμενο προς την πρώτη και δεύτερη των πιστωτών ανέρχεται σε 60.522,61 ευρώ. Η αιτούσα οφείλει στην πρώτη των καθ’ ων συνολικά το ποσό των 37.735,42 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 62,34% της συνολικής οφειλής και στην δεύτερη το ποσό των 22.787,20 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 37,65 της οφειλής. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσής της ίδιας και της οικογένειάς της ανέρχεται με μετριοπαθείς υπολογισμούς σε 700 ευρώ και περιλαμβάνει τις αναγκαίες δαπάνες για διατροφή, ένδυση εκπαίδευση και μετακινήσεις. Η λύση του γάμου της και η επιγενόμενη αδυναμία του πρώην συζύγου της να συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες, το καθεστώς ανεργίας στο οποίο η ίδια περιήλθε για μεγάλο χρονικό διάστημα, η μείωση των εισοδημάτων της το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη σε ηλικία κόρη της,  καθώς κι εσφαλμένες εκτιμήσεις, ως προς τις δυνατότητες αποπληρωμής των δανείων, είχαν σαν αποτέλεσμα να περιέλθει η αιτούσα, χωρίς δόλο, σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων. Οι προς ρύθμιση χρηματικές οφειλές της δεν έχουν αναληφθεί κατά το τελευταίο έτος, πριν την υποβολή της αίτησης. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσης δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των καθών, συνεπώς το δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματα της για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών προς  μερική εξόφληση των οφειλών της. Η μηνιαία δόση δε, θα πρέπει να οριστεί στο ποσό των τριακοσίων    (300) ευρώ και θα καταβάλλεται σύμμετρα στις καθών. Από το ποσό αυτό θα αφαιρείται κάθε μήνα το ποσό που καταβλήθηκε στα πλαίσια της από 18-11-2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκου του Ειρηνοδικείου Αθήνας. Ο συμψηφισμός αυτός θα διαρκέσει τόσους  μήνες, όσοι και μήνες καταβολής του προσδιορισμένου με την προσωρινή διαταγή ποσού.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με την αναφερθείσα ακίνητη περιουσία της αιτούσης, αυτή δεν κρίνεται πρόσφορη προς εκποίηση, γιατί είναι χαμηλής αξίας και δεν πρόκειται να προκαλέσει άμεσο αγοραστικό ενδιαφέρον.

Κατά ακολουθία των παραπάνω, αφού απορριφθούν όλες οι ενστάσεις των καθ’ ων ως ουσιαστικά αβάσιμες, θα πρέπει η αίτηση, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές της αιτούσης, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών της, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1. ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

         Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

         Απορρίπτει την αίτηση ως προς την τρίτη πιστώτρια.

         Δέχεται  εν μέρει την αίτηση, ως προς την πρώτη και δεύτερη.

         Καθορίζει  τις επί μία πενταετία μηνιαίες καταβολές της αιτούσης προς τις καθ’ ων, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Το ποσό αυτό θα καταβάλλεται σύμμετρα, μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής. Από το ποσό αυτό θα αφαιρείται κάθε μήνα, το ποσό που καταβλήθηκε στα πλαίσια της από 18-11-2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκου του Ειρηνοδικείου τούτου. Ο συμψηφισμός αυτός θα διαρκέσει τόσους μήνες, όσοι και μήνες καταβολής του προσδιορισμένου με την προσωρινή διαταγή ποσού.

                   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

 

          Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                                  

         Κ………. Ε…………                                   Ε….. Π………

23Ιάν 2017

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ.

ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗΣ ΜΕ ΟΦΕΙΛΕΣ ΜΟΝΟ ΣΕ ΚΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΚΟΥΣ.

Αριθμός Απόφασης : 14/14728/2017

 

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3869/2010

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη  Μ…. Μ……, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου  Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Ε….. Κ…..

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21 Νοεμβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ-ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Π….. Φ…… του Γ……., κατοίκου Η………, οδός Β……. αρ. ., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου Άννας Κορσάνου.

ΤΗΣ ΜΕΤΕΧΟΥΣΑΣ  στη δίκη πιστώτριας-ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Τ…… Ε……. Ε……. Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Ό….. αρ. . νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε.

Φέρεται προς συζήτηση η από 24/3/2014 και υπ’ αριθμ. καταθέσεως 2375/26-3-2014 αίτηση του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 18/2/2020. Κατόπιν, δια της από 13/11/2015 και υπ’ αριθμ. καταθέσεως 4728/2015 κλήσης του αιτούντος επισπεύστηκε η συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως και προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος αυτής η 21/11/2016, κατά την οποία συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο. Επιπροσθέτως, η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, δήλωσε ότι αυτός έχει βρει  εργασία, με μισθό 749,65 ευρώ μηνιαίως και έχει αποκτήσει και ένα τέκνο, ότι αναγκάζονται και αυτός και η σύζυγός του να υποστηρίζουν τους γονείς τους και ότι προτείνει την καταβολή του ποσού των 150 ευρώ μηνιαίως.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από την 8.874/2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν……. Σ……….., που προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την ορισθείσα δικάσιμο της 21/11/2016 επιδόθηκε νόμιμα στην καθ’ ης.  Όπως προκύπτει δε από τις παρατηρήσεις της καθ’ ης, που περιλαμβάνονται στο φάκελο του οφειλέτη, στην καθ’ ης επιδόθηκε και η κρινόμενη αίτηση και έλαβε γνώση αυτής. Κατά τη δικάσιμο όμως της 21/11/2016, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η ανωτέρω πιστώτρια δεν εμφανίστηκε και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 754 ΚΠολΔικ).

Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής του ικανότητας, εκθέτει ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την πιστώτρια και αιτείται τη διευθέτησή τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει ολική η μερική απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι αυτής, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της αιτήσεως, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, που εκθέτει αναλυτικά.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο ως άνω οφειλέτης, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 έως 781 σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010. Επειδή η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 26/3/2014, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4161/2013 την 14/6/2013, αλλά και πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4336/2015 την 19/8/2015, τόσο η τήρηση της προδικασίας ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής όσο και η ουσία αυτής θα κριθούν με βάση τον Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4161/2013. Κατά τις εφαρμοστέες αυτές διατάξεις παραδεκτώς έχει ασκηθεί αυτή καθ’ όσον : α) Δεν έλαβε χώρα έγγραφα απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία μετά την τροποποίηση του άρθρου 2 Ν. 3869/2010 με το Ν. 4161/2013 είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική  β) Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση του αιτούντος για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρα, ούτε έχει εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές του (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010)  γ) Κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού εντός πέντε εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης τα έγγραφα του άρθρου 4 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι νόμιμη, υπαγόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν. 3869/2010, δοθέντος του ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα (άρθρο 1  του Ν. 3869/2010,  οι δια της παρούσας αίτησης εισαγόμενες σε ρύθμιση οφειλές δεν αναλήφθηκαν κατά το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αιτήσεως, δεν είναι από τις εξαιρούμενες από τα εδάφια β΄ και γ΄ του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε μετά το Ν. 4161/2013, και έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, ενώ δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων. Ακολούθως ο αιτών εμπρόθεσμα υπέβαλε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς του, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. Α υποπ. Α4 άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4336/2015, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο τρίτο Ν. 4366/2016  ΦΕΚ Α 18/15.2.2016 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 55 Ν. 4384/2016, ΦΕΚ Α 78/26.4.2016, και την ΥΑ 8986/2015 (ΦΕΚ Β 22208/14.10.2015).

Από τα έγγραφα που προσκομίζει κι επικαλείται ο αιτών, τα οποία όλα ανεξαιρέτως έλαβε υπ’ όψιν του το Δικαστήριο, από την ανωμοτί εξέτασή του, που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με την  αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (αρ. 744 ΚΠολΔ) και από την εν γένει προφορική διαδικασία στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αιτών είναι ηλικίας 40 ετών, έγγαμος με την Π…….. Γ…….., από το γάμο τους δε αυτό έχουν αποκτήσει ένα τέκνο ηλικίας σήμερα 10 μηνών. Στο παρελθόν εργάστηκε σε διάφορες επιχειρήσεις ως ιδιωτικός υπάλληλος, ακολούθως παρέμεινε άνεργος για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ μηνών, σήμερα δε εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις P…… & A…… S……….. I… με μηνιαίο μισθό 750 ευρώ, ως δείκνυται από την απόδειξη πληρωμής της μισθοδοσία του του μηνός Οκτωβρίου 2016 που προσκομίζει κι επικαλείται. Η σύζυγος του αιτούντος εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε φαρμακευτική εταιρεία με μηνιαίο μισθό 1.330 ευρώ, ως δείκνυται εκ της ανάλυσης αποδοχών της του μηνός Οκτωβρίου 2016 που προσκομίζει κι επικαλείται.  Το συνολικό μηνιαίο εισόδημά τους ανέρχεται στο ποσόν των 2.080 ευρώ. Ο αιτών με την οικογένειά του κατοικούν σε ακίνητο κυριότητος της συζύγου του. Οι εκτιμώμενες εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειάς του για ανάγκες του βρέφους τους, διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευών και συντήρησης), ασφάλειες αυτοκινήτου και τελών κυκλοφορίας, υπηρεσίες τηλεφωνίας, προμήθεια ειδών, υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 1.780 ευρώ μηνιαίως. Με βάση επομένως το εισόδημά του, ο αιτών έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει το ποσόν των 300 ευρώ μηνιαίως για την εξυπηρέτηση των δανείων του.

Επιπροσθέτως, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει από την καθ’ ης το μη εμπραγμάτως ασφαλισμένο υπ’ αριθμ. …….12 καταναλωτικό δάνειο, το οποίο σύμφωνα με το νόμο θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο, υπολογίζεται με τους νόμιμους τόκους έως την κοινοποίηση της αίτησης και κατά το χρόνο χορήγησης της αναλυτικής κατάστασης οφειλών από την πιστώτρια παρουσίαζε ανεξόφλητο υπόλοιπο 18.030 ευρώ. Αφαιρούμενων των καταβολών στις οποίες προέβη ο αιτών στα πλαίσια της από 22/5/2015 προσωρινής διαταγής, συνολικού ποσού 900 ευρώ, οφείλει στην καθ’ ης σήμερα το ποσόν των 17.130 ευρώ.

Περαιτέρω, ο αιτών δεν έχει  επ’ ονόματί του οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Έχει στην κυριότητά του το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … …. ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας F… F…. 1600cc, ηλικίας δέκα ετών, αξίας σήμερα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, 4.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται απρόσφορο προς εκποίηση λόγω της χαμηλής του αξίας εν σχέσει με τα έξοδα της διαδικασίας εκποίησης αλλά και επειδή είναι απαραίτητο για τις μετακινήσεις της οικογένειας του αιτούντος.

Κατόπιν των ανωτέρω, ο αιτών έχει σήμερα περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθ’ όσον με βάση τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του εν σχέσει με τις δανειακές υποχρεώσεις του, δεν είναι πλέον εφικτή η εξυπηρέτηση των χρεών του. Στην αδυναμία αυτή περιήλθε χωρίς δόλο, αφού κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών του είχε εισόδημα, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις φορολογικές δηλώσεις του που προσκομίζει κι επικαλείται και είχε την εύλογη πεποίθηση ότι θα μπορούσε να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του, μεσολάβησε όμως το μη δυνάμενο να προβλεφθεί γεγονός της παρατεταμένης ανεργίας του.

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα πρέπει να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 με μηνιαίες καταβολές απευθείας  προς την πιστώτρια για χρονικό διάστημα 58 μηνών, που επελέγη από τη δυνατότητα που χορηγείτο από τον Ν. 4161/2013, σχετικά με τον προσδιορισμό του εν λόγω χρονικού διαστήματος μεταξύ τριών έως πέντε ετών. Οι καταβολές αυτές θα γίνονται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, από τις οποίες η πιστώτρια θα ικανοποιηθεί άτοκα. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτή, το προς διάθεση στην πιστώτρια ποσό, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών και της μη διαφαινόμενης βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης, ανέρχεται σε 300 ευρώ μηνιαίως και συγκεκριμένα ο αιτών πρέπει να καταβάλλει στην πιστώτρια για χρονικό διάστημα 57 μηνών το ποσόν των 300 ευρώ μηνιαίως και για το τελευταίο 58ο μήνα της ρύθμισης το ποσόν των 30 ευρώ αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα. Με τις ως άνω καταβολές καλύπτεται το σύνολο της οφειλής του αιτούντος προς την πιστώτρια. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές του αιτούντος, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντος από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτών του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1. Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010. Τέλος, παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, γιατί η απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 14 Ν.3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

         ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ’ ης.

         ΔΕΧΕΤΑΙ  εν μέρει την αίτηση.

         ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη του αιτούντος με άτοκες μηνιαίες καταβολές απευθείας προς την πιστώτρια για χρονικό διάστημα πενήντα οκτώ (58) μηνών. Συγκεκριμένα ο αιτών πρέπει να καταβάλλει άτοκα και εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός για χρονικό διάστημα πενήντα επτά (57) μηνών  στην πιστώτρια το ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ μηνιαίως και τον τελευταίο πεντηκοστό όγδοο (58ο) μήνα της ρύθμισης το ποσόν των τριάντα (30) ευρώ, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα.

         Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2017, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

          Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                                                  

              Μ…. Μ……                                                Ε….. Κ….

17Οκτ 2016

ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ 100 ΕΥΡΩ ΜΗΝΙΑΙΩΣ ΣΕ ΑΝΕΡΓΗ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΡΙΑ ΜΕ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΤΗΣ

 

 

Αριθμός   685/Φ 2346/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Χ…….. Χ……, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών,  με την παρουσία και της Γραμματέα  Β…….. Π………..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου  2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ:  X…….. Μ….. του Γ……., κατοίκου Α….. Κ………, οδός Σ… Μ……….  αρ. ..-.., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Άννας Κορσάνου.

Continue reading

17Οκτ 2016

 

ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΧΡΕΟΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΕΣ 168.000 ΕΥΡΩ ΕΣΩΣΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ 34.000 ΕΥΡΩ

 

 

Αριθμός   704/Φ 2348/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Χ…….. Χ……, την οποία όρισε η Πρόεδρος  του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών,  με την παρουσία και της Γραμματέας  Β…….. Π………..

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου  2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ  :  Α……… Μ….. του Π…….., κατοίκου Β….. Α….., οδός Μ…… αρ. .., η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Κορσάνου.

Continue reading

  • 1
  • 2

Επικοινωνήστε μαζί μας

Αθήνα, Χαρίλαου Τρικούπη 22, 4oς όροφος

Συνεργαζόμενα γραφεία

Κόρινθος, Κολιάτσου 36  - Χαλκίδα, Μαυρογένους 2

210 38 00 573  

693 7523 113

akorsanou@korsanou.gr

Βρείτε μας στα social media