Να σημειωθεί ότι η Τράπεζα έκανε έφεση και έχασε και στον δεύτερο βαθμό.

Αριθμός Απόφασης

5256/2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Παναγιώτα Μέντζα–Κουκούλη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Πολυξένη Καψάλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2014 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: Β Μ, Δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Παλλήνης Αττικής (Γρ. Ξ, πρώην Δήμου Γέρακα), που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των εναγομένων: 1) Μ Α, τραπεζικής υπαλλήλου, η οποία υπηρετεί στο επί της οδού Μεσογείων  στην Αγία Παρασκευή Αττικής υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  που εδρεύει στην Αθήνα (Όθωνος 8), νόμιμα εκπροσωπούμενη, 2) Κ Δ, τραπεζικής υπαλλήλου, η οποία υπηρετεί ομοίως στο ως άνω υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία   . που εδρεύει στην Αθήνα νόμιμα εκπροσωπούμενη, 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  που ε­δρεύει στην Αθήνα (Ό), νόμιμα εκπροσωπούμενη, που παραστάθηκαν όλοι διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δ Λ.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7 Μαρτίου 2013 αγωγή της διαδικασίας τακτικής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθε­σης 2420/2013 και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικά­σιμο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

Μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Κατά μεν το άρθρο 57ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ «στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι πα­ράνομη και υπαίτια, αφού κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ «ό­ποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει» κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ «όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που υπαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα (δικηγόρος) ισχυριζόμενη ότι υπέστη προσβολή και προσωπικότητάς της από την παράνομα και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης και της δευτέρας των εναγομένων προστηθείσες της τρίτης εναγομένης τράπεζας, όπως αναλυτικά εκθέτει, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλλουν σε ολόκληρο η καθεμιά το ποσό των 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της στο ακροατήριο (άρθρα 223, 295 §1β’ 297 Κ.Πολ.δικ.), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να απαγορευθεί κάθε μελλοντική επανάληψη της προσβολής της προσωπικότητάς της και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14§1α, 25 παρ.2, 37 Κ.Πολ.Δικ.) κατά την τακτική διαδικασία. Είναι αρκούντως ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 57, 59, 920, 922, 926, 481, επ. 345, 346, ΑΚ, 74, 176 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν εφόσον καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (σχετικά με αριθμ. A 244087, 244088 και 242023 αγωγόσημα).

Οι εναγόμενες διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου αρνούνται την αγωγή. Από την εκτίμηση των επ’ ακροατηρίου ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά),οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης της παρούσας, των προσκομισθέντων και επικαλουμένων αντιγράφων περιλαμβανομένων της υπ’ αριθμ. 5196/6-3-2014 ένορκης βεβαίωσης του Αναστ. Μαυροειδή ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ. Μαυρουδή, που ελήφθη επιμελεία των εναγομένων κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας (ληφθείσας εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης των καταθέσεων) και των ισχυρισμών των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα δικηγόρος, στα πλαίσια δοθείσας εντολής από τη Μ Κ-μάρτυρά της συνέταξε αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού της τελευταίας προς τις δανείστριες τράπεζες με πρόταση ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τρίτη εναγομένη τράπεζα . Την 30-1-2013 η ανωτέρω πελάτισσα της ενάγουσας προσήλθε στο υποκατάστημα της γ΄ εναγομένης επί της οδού Μεσογείων  στην Αγ. Παρασκευή και απευθυνθείσα στη πρώτη εναγομένη τραπεζική υπάλληλο της έδωσε την αίτηση και ενώ πήγε να φύγει, η τελευταία της είπε να παραμείνει για να δει την αίτηση και να υπογράψει κάποια χαρτιά. Η Μ Κ απάντησε ότι η δικηγόρος της της είπε να παραδώσει την αίτηση χωρίς να απαιτείται να υπογράψει κάτι άλλο και να φύγει, σε επιμονή δε της ανωτέρω εναγομένης παρέμεινε τότε, προσήλθε και η δεύτερη εναγόμενη υπάλληλος υποδιευθύντρια, που βρισκόταν στο διπλανό γραφείο για να δει τι συμβαίνει, και αφού διάβασε την αίτηση συνομιλούσα με την πρώτη εναγόμενη, απευθυνόμενη, όμως στην άνω οφειλέτιδα είπε «τι άσχετοι δικηγόροι είναι αυτοί, οι τράπεζες δεν τα κάνουν αυτά που λένε εδώ μέσα, πόσο άσχετοι είναι οι δικηγόροι που ζητάνε κουρέματα από την τράπεζα, αφού ξέρουν ότι δεν γίνεται», ενώ η α΄ εναγόμενη της είπε «πόσα λεφτά δώσατε για να σας γράψουν αυτά;». Οι παραπάνω προσβλητικές εκφράσεις, αν και στον πληθυντικό αναφερόμενες, σαφώς υπονοούσαν την ενάγουσα δικηγόρο η οποία και μόνον συνέταξε την αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού, την οποία όφειλε άνευ των πιο πάνω σχολίων να παραλάβει η α΄ εναγόμενη σε εκτέλεση των καθηκόντων της και να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον ν. 3869/2010 προσήκουσα διαδικασία. Αντίθετα, όμως, οι ανωτέρω εναγόμενες προέβησαν πέραν της άσκησης των νομίμων καθηκόντων τους στις προσβλητικές αναφορές για την ενάγουσα γνωρίζοντας ότι έτσι τίθεται σε κίνδυνο η πίστη και εμπιστοσύνη της Μ Κ προς το πρόσωπο της ενάγουσας, της οποίας άμεσα προσβάλλεται η νομική και επιστημονική της κατάρτιση, η τιμή, και το επαγγελματικό της μέλλον.

Υφίσταται, επομένως, εν προκειμένω προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας η οποία υπέστη ηθική βλάβη, από τις πιο πάνω προσβλητικές εκφράσεις,  για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπ όψει το Δικαστήριο την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, το είδος της προσβολής και την υπαιτιότητα των εναγομένων ορίζει το ποσό των 2.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρα 932 Α.Κ.). Περαιτέρω, η τρίτη εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (νομικό πρόσωπο) έχει ευθύνη αποζημιώσεως της ζημιωθείσας τρίτης από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπ’ αυτής φυσικών προσώπων (α΄ και β΄ εναγομένων) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η οποία (ευθύνη) είναι γνήσια αντικειμενική, ευθυνόμενης, επομένως εν προκειμένω, εις ολόκληρο με τις ανωτέρω εναγόμενες προς αποζημίωση της ενάγουσας (ΑΠ 552/13, 355/13 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, λοιπόν, των όσων εκτέθηκαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλλουν σε ολόκληρο η καθεμία στην ενάγουσα το ποσό των 2000€ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρ. 346 Α.Κ.) να μην κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς εκτελεστή διότι δεν κρίνεται ότι η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εάν επιβραδύνει η εκτέλεσή της (άρθρο 908 §1 Κ.Πολ.ΔΙΚ) και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρο 178§1 Κ.Πολ.ΔΙΚ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλλουν σε ολόκληρο η κάθε μια στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης.

Καταδικάζει τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του.

 

Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 2014

 

Η Δικαστής                                             Η Γραμματέας

Μέντζα Παναγιώτα                               Πολυξένη Καψάλη

 

Αριθμός Απόφασης

5256/2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Παναγιώτα Μέντζα–Κουκούλη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Πολυξένη Καψάλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2014 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: Β Μ, Δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Παλλήνης Αττικής (Γρ. Ξ, πρώην Δήμου Γέρακα), που παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των εναγομένων: 1) Μ Α, τραπεζικής υπαλλήλου, η οποία υπηρετεί στο επί της οδού Μεσογείων  στην Αγία Παρασκευή Αττικής υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  που εδρεύει στην Αθήνα (Όθωνος 8), νόμιμα εκπροσωπούμενη, 2) Κ Δ, τραπεζικής υπαλλήλου, η οποία υπηρετεί ομοίως στο ως άνω υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία   . που εδρεύει στην Αθήνα νόμιμα εκπροσωπούμενη, 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία  που ε­δρεύει στην Αθήνα (Ό), νόμιμα εκπροσωπούμενη, που παραστάθηκαν όλοι διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δ Λ.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7 Μαρτίου 2013 αγωγή της διαδικασίας τακτικής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθε­σης 2420/2013 και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικά­σιμο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

Μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Κατά μεν το άρθρο 57ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ «στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι πα­ράνομη και υπαίτια, αφού κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ «ό­ποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει» κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ «όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που υπαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα (δικηγόρος) ισχυριζόμενη ότι υπέστη προσβολή και προσωπικότητάς της από την παράνομα και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης και της δευτέρας των εναγομένων προστηθείσες της τρίτης εναγομένης τράπεζας, όπως αναλυτικά εκθέτει, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλλουν σε ολόκληρο η καθεμιά το ποσό των 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της στο ακροατήριο (άρθρα 223, 295 §1β’ 297 Κ.Πολ.δικ.), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να απαγορευθεί κάθε μελλοντική επανάληψη της προσβολής της προσωπικότητάς της και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14§1α, 25 παρ.2, 37 Κ.Πολ.Δικ.) κατά την τακτική διαδικασία. Είναι αρκούντως ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 57, 59, 920, 922, 926, 481, επ. 345, 346, ΑΚ, 74, 176 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν εφόσον καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (σχετικά με αριθμ. A 244087, 244088 και 242023 αγωγόσημα).

Οι εναγόμενες διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου αρνούνται την αγωγή. Από την εκτίμηση των επ’ ακροατηρίου ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά),οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης της παρούσας, των προσκομισθέντων και επικαλουμένων αντιγράφων περιλαμβανομένων της υπ’ αριθμ. 5196/6-3-2014 ένορκης βεβαίωσης του Αναστ. Μαυροειδή ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ. Μαυρουδή, που ελήφθη επιμελεία των εναγομένων κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας (ληφθείσας εντός της προθεσμίας προσθήκης-αντίκρουσης των καταθέσεων) και των ισχυρισμών των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα δικηγόρος, στα πλαίσια δοθείσας εντολής από τη Μ Κ-μάρτυρά της συνέταξε αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού της τελευταίας προς τις δανείστριες τράπεζες με πρόταση ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τρίτη εναγομένη τράπεζα . Την 30-1-2013 η ανωτέρω πελάτισσα της ενάγουσας προσήλθε στο υποκατάστημα της γ΄ εναγομένης επί της οδού Μεσογείων  στην Αγ. Παρασκευή και απευθυνθείσα στη πρώτη εναγομένη τραπεζική υπάλληλο της έδωσε την αίτηση και ενώ πήγε να φύγει, η τελευταία της είπε να παραμείνει για να δει την αίτηση και να υπογράψει κάποια χαρτιά. Η Μ Κ απάντησε ότι η δικηγόρος της της είπε να παραδώσει την αίτηση χωρίς να απαιτείται να υπογράψει κάτι άλλο και να φύγει, σε επιμονή δε της ανωτέρω εναγομένης παρέμεινε τότε, προσήλθε και η δεύτερη εναγόμενη υπάλληλος υποδιευθύντρια, που βρισκόταν στο διπλανό γραφείο για να δει τι συμβαίνει, και αφού διάβασε την αίτηση συνομιλούσα με την πρώτη εναγόμενη, απευθυνόμενη, όμως στην άνω οφειλέτιδα είπε «τι άσχετοι δικηγόροι είναι αυτοί, οι τράπεζες δεν τα κάνουν αυτά που λένε εδώ μέσα, πόσο άσχετοι είναι οι δικηγόροι που ζητάνε κουρέματα από την τράπεζα, αφού ξέρουν ότι δεν γίνεται», ενώ η α΄ εναγόμενη της είπε «πόσα λεφτά δώσατε για να σας γράψουν αυτά;». Οι παραπάνω προσβλητικές εκφράσεις, αν και στον πληθυντικό αναφερόμενες, σαφώς υπονοούσαν την ενάγουσα δικηγόρο η οποία και μόνον συνέταξε την αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού, την οποία όφειλε άνευ των πιο πάνω σχολίων να παραλάβει η α΄ εναγόμενη σε εκτέλεση των καθηκόντων της και να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από τον ν. 3869/2010 προσήκουσα διαδικασία. Αντίθετα, όμως, οι ανωτέρω εναγόμενες προέβησαν πέραν της άσκησης των νομίμων καθηκόντων τους στις προσβλητικές αναφορές για την ενάγουσα γνωρίζοντας ότι έτσι τίθεται σε κίνδυνο η πίστη και εμπιστοσύνη της Μ Κ προς το πρόσωπο της ενάγουσας, της οποίας άμεσα προσβάλλεται η νομική και επιστημονική της κατάρτιση, η τιμή, και το επαγγελματικό της μέλλον.

Υφίσταται, επομένως, εν προκειμένω προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας η οποία υπέστη ηθική βλάβη, από τις πιο πάνω προσβλητικές εκφράσεις,  για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπ όψει το Δικαστήριο την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, το είδος της προσβολής και την υπαιτιότητα των εναγομένων ορίζει το ποσό των 2.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρα 932 Α.Κ.). Περαιτέρω, η τρίτη εναγόμενη τραπεζική εταιρεία (νομικό πρόσωπο) έχει ευθύνη αποζημιώσεως της ζημιωθείσας τρίτης από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπ’ αυτής φυσικών προσώπων (α΄ και β΄ εναγομένων) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, η οποία (ευθύνη) είναι γνήσια αντικειμενική, ευθυνόμενης, επομένως εν προκειμένω, εις ολόκληρο με τις ανωτέρω εναγόμενες προς αποζημίωση της ενάγουσας (ΑΠ 552/13, 355/13 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, λοιπόν, των όσων εκτέθηκαν, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλλουν σε ολόκληρο η καθεμία στην ενάγουσα το ποσό των 2000€ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρ. 346 Α.Κ.) να μην κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς εκτελεστή διότι δεν κρίνεται ότι η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εάν επιβραδύνει η εκτέλεσή της (άρθρο 908 §1 Κ.Πολ.ΔΙΚ) και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρο 178§1 Κ.Πολ.ΔΙΚ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλλουν σε ολόκληρο η κάθε μια στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης.

Καταδικάζει τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του.

 

Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 2014

 

Η Δικαστής                                             Η Γραμματέας

Μέντζα Παναγιώτα                               Πολυξένη Καψάλη