Είμαστε υπερήφανοι που οι περισσότερες υποθέσεις του γραφείου μας έχουν θετική έκβαση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έκανε έφεση εναντίον θετικής απόφασης πελάτη μας. Η έφεση απορρίφθηκε για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και πλέον ο πελάτης μας έχει πλήρη προστασία.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4111/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Τζαμικόσογλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το γραμματέα Δημήτριο Δεριζιώτη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημοσία, στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …, αρ. ..) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελένης Βακαλοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Π.Π. του …., κατοίκου … Αττικής, οδός …, αρ. .., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Άννας ΚΟΡΣΑΝΟΥ, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «….», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός .., αρ. ..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δε παραστάθηκε.

Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθήνας, την από 14.05.2014 (αρ. εκθ. κατάθ. Δικ. 4300/06.06.2014) αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5948/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθήνας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της εν λόγω αποφάσεως παραπονείται το πρώτο καθ’ ού και ήδη εκκαλούν, με την από 13.12.2017 και με γεν. αριθμό καταθέσεως στο Ειρηνοδικείο Αθήνας 76587/18.12.2017, ειδ. αρ. κατάθ. στο Ειρηνοδικείο 3411/18.12.2017 έφεσή του, η οποία προσδιορίστηκε με την με γεν. αρ. κατάθ. 611121/21.12.2017, ειδ. αρ. κατάθ. 4801/21.12.2017 πράξη του Δικαστηρίου αυτού για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρασταθέντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στο εφετήριο, στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. 4314/16.01.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δέσποινας Καραμπουρνιώτη, την οποία προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλόν, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη των εφεσιβλήτων, η οποία, ωστόσο, δεν παραστάθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρ. 226 παρ. 3 και 4 και 498 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ). Ωστόσο, η υπόθεση θα δικαστεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρ. 764 παρ. 2 β’ του ΚΠολΔ).

1. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 («Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων…»), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α’ 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής – κατάθεσης, στις 31-12-2015, της ένδικης από 31-12-2015, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, «φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ’ άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητας του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση – εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά τοχρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015). Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 «Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις» ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α’ και β’ μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 677/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ’ αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης επί μέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων πού έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ. Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους. Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ’ περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα
προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει – επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι’ αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010. Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακόπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κλπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη – οφειλέτη (βλ. ΑΠ 257/2020, ΝΟΜΟΣ).

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, για την υπαγωγή στο νόμο φυσικών προσώπων, προϋπόθεση αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η έλλειψη δόλου εκ μέρους του οφειλέτη, δηλαδή ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Η έννοια του δόλου στο αστικό δίκαιο ορίζεται κατ’ αρχάς στο άρθρο 330 ΑΚ, όπου «ο οφειλέτης ενέχεται αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές» και εκφέρεται τόσο για την περίπτωση της ευθύνης λόγω πταίσματος στις συμβατικές ενοχές όσο και για την περίπτωση των αδικοπραξιών. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο
μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίδει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου καταλείπει στην επιστήμη. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι «με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο, ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται αυτής (ΟλΑΠ 4/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 8/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 297/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4681/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη, εξάλλου, διατρέχει το σύνολο των ενοχών και αποκτά ευρύτερη σημασία που υπερβαίνει το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ένοχη (ΑΠ 667/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, άλλωστε, δόλο συνιστά και η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία αυτός προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και συνδέεται με την περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος, αφού εν τέλει το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Ο δόλος του οφειλέτη αναφορικά με την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στο προεκτεθέν υποκειμενικό στοιχείο, από το οποίο πρέπει να επικαλύπτεται το αντικειμενικό στοιχείο της περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του χρεών, χωρίς να συντρέχει ανάγκη προσθήκης και έτερων αντικειμενικών στοιχείων ως υποχρεωτικών ενδεικτών του δόλου αυτού, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κατά τη χορήγηση της πίστωσης, δεδομένης της υποχρέωσης των εν λόγω υπαλλήλων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, αναφορικά με την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη (βλ. σχετικώς ΑΠ 65/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, την από 12-10-2015 έκθεση εισήγησης της εισηγήτριας Αρεοπαγίτη … στο Δ’ πολιτικό τμήμα, καθώς και Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, δ’ έκδ., 2016, σελ. 53 επ., παρ. 38 επ., πρβλ., ωστόσο, στην αντίθετη κατεύθυνση και σημαντικό τμήμα της νομολογίας και ενδεικτικά ΜΠρΑιγ 32/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαμ 65/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚοζ 165/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εισαγωγή τέτοιων στοιχείων, η οποία σημειωτέον δυσχεραίνει κατ’ αποτέλεσμα τη δυνατότητα κατάφασης της συγκρότησης του δόλου του οφειλέτη, δεν έχει έρεισμα στο νόμο. Προσθέτως, θα οδηγούσε στο οξύμωρο σχήμα, να αντιμετωπίζεται διαφορετικά η ένσταση δόλου αναλόγως του προσώπου του πιστωτή, δεδομένου ότι ο πιστωτής δεν είναι αναγκαίο να είναι πάντοτε τράπεζα (βλ. I. Μαμαδά, Η δολιότητα του αιτούντος στην αίτηση για υπαγωγή στον ν. 3869/2010, ΕλλΔνη 2017. 373 επ. και ιδία 378). Ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν πχ. με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμίατων πληρωμών και αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό, όπως στην περίπτωση του οφειλέτη εκείνου, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως γνωρίζει κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους (ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του) και εν τέλει περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Η συνεπεία του δόλου μόνιμη γενική αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά είναι δυνατό να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όπως στην περίπτωση που ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει, αλλά παρ’ όλα αυτά καταρτίζει τη σχετική σύμβαση αποδεχόμενος τον προφανή κίνδυνο ότι είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί το χρέος και ότι θα ευρεθεί σε μόνιμη αδυναμία καταβολής τους. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων γνωρίζοντας ότι ο υπερδανεισμός του σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματος του θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό (Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων με βάση τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες νομοθετικές μεταβολές, δ’ έκδ. 2016, σελ. 53 επ. παρ. 38 επ. και την από 12-10-2015 έκθεση εισήγησης της εισηγήτριας Αρεοπαγίτη στο Δ’ πολιτικό τμήμα). Την ύπαρξη του δόλου του οφειλέτη με το ως άνω περιεχόμενο ερευνά το δικαστήριο μετά από ένσταση του πιστωτή που πρέπει να προβάλει τον σχετικό ισχυρισμό και να τον αποδείξει (ΜΠρΑιγ 32/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚαλαμ 61/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, εξάλλου, ο δόλος δύναται να εντοπίζεται είτε στον χρόνο ανάληψης του χρέους, είτε σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο.

Στην πρώτη περίπτωση, ο οφειλέτης τελεί σε γνώση του γεγονότος ότι ενόψει των οικονομικών του δυνάμεων και της εν γένει προσωπικής του κατάστασης, μετά βεβαιότητας ή έστω ενδεχόμενα δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις, που αναλαμβάνει και παρά τη γνώση αυτή πρόβαινα στην κατάρτιση των οικείων συμβάσεων, επιδιώκοντας την περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών ή αποδεχόμενος την προοπτική αυτή. Στην περίπτωση, αντιθέτως, του επιγενόμενου δόλου, ήτοι αυτού που ανακύπτει μετά το χρονικό σημείο της ανάληψης των προς ρύθμιση υποχρεώσεων του αιτούντος οφειλέτη, η νομικά ενδιαφέρουσα συμπεριφορά άπτεται της διαχείρισης των περιουσιακών μέσων, τα οποία διαθέτει προς ικανοποίηση των υποχρεώσεων του. Δόλια συμπεριφορά του οφειλέτη στην περίπτωση αυτή προκύπτει, όταν διαπιστωθούν ενέργειες, που κατατείνουν στον περιορισμό της ρευστότητάς του ή στην καταδολίευση μέσω απόκρυψης, εκποίησης ή άλλης μορφής διάθεσης των άμεσα ρευστοποιήσιμων περιουσιακών του στοιχείων. Για τη συνδρομή δόλου, συνεπώς, ο οφειλέτης πρέπει να γνωρίζει ότι οι ενέργειες του που αφορούν στη διαχείριση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων θα οδηγήσουν με βεβαιότητα ή ενδεχομένως στη ματαίωση της ικανοποίησης των πιστωτών και να επιδιώκει ή να αποδέχεται το γεγονός αυτό. Τα ανωτέρω ισχύουν, εξάλλου, τόσο στην περίπτωση ύπαρξης μίας οφειλής, όσο και στην περίπτωση πλειόνων οφειλών έναντι πλειόνων πιστωτών.

Σε περίπτωση, άλλωστε, που διαπιστωθεί επιγενόμενος δόλος του οφειλέτη, η αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία
αβάσιμη, καθώς η στάση του αιτούντος οφειλέτη και η συμπεριφορά, με την οποία αυτή εκδηλώνεται επηρεάζουν την ικανοποίηση του συνόλου των υποχρεώσεών του και του συνόλου των πιστωτών του. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατάφαση αρχικού δόλου του οφειλέτη, ο οποίος έχει αναλάβει περισσότερες υποχρεώσεις έναντι ενός ή περισσοτέρων πιστωτών σε διαφορετικά χρονικά σημεία. Στην περίπτωση αυτή, ο αρχικός δόλος κατά την ανάληψη της υποχρέωσης εκείνης, η ικανοποίηση της οποίας υπερβαίνει τις οικονομικές δυνάμεις του οφειλέτη, συνιστά ταυτόχρονα επιγενόμενο δόλο ως προς τις υπόλοιπες χρονικά προγενέστερες υποχρεώσεις του, τις οποίες μπορούσε να ικανοποιήσει κατά το χρόνο ανάληψής τους, με βάση, την κατά το χρονικό εκείνο σημείο περιουσιακή του κατάσταση (βλ. I. Μαμαδά). Η δολιότητα του αιτούντος στην αίτηση για υπαγωγή στον ν. 3869/2010, ΕλλΔνη 2017. 373 επ. και ιδία 378, 380 και 382). Εξάλλου, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησες γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 515/2018 σε ιστοσελίδα ΑΠ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 13.12.2017 (γεν. αρ. κατάθ. στο Ειρηνοδικείο 76587/18.12.2017, ειδ. αρ. κατάθ. στο Ειρηνοδικείο 3411/18.12.2017) έφεση του καθ’ ού η αίτηση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, που επισπεύδεται για συζήτηση από το εκκαλούν, με την με γεν. αρ. κατάθ. 611121/21.12.2017, ειδ. αρ. κατάθ. 4801/18.12.2017 πράξη του Γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου, κατά της με αριθμό 5948/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθήνας, η οποία εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης καθ’ ής ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “…” και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, αρμοδίως φερόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (κατ’ άρθρο 17Α ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 18.12.2017 (άρθρ. 495 παρ. 1β, 511, 513 παρ. 1β, 518 παρ. 1α ΚΠολΔ) προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία (εκούσιας δικαιοδοσίας), ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 524 παρ. 1.533, 741 ΚΠολΔ, 14 ν. 3869/2010), δεδομένου ότι, το εκκαλούν, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν. 2214/1994, όπως το τελευταίο συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2526/1997, έχει ανεξαιρέτως τις ατέλειες, τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και διοικητικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο και απαλλάσσεται από το
παράβολο άσκησης ενδίκων μέσων του άρθρου 495 ΚΠολΔ (ΑΠ 150/2020), και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ’ ών η αίτηση, ήτοι 1) Το νπδδ με την επωνυμία «…» και 2) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…», ζητούσε τη ρύθμιση του χρέους του, με εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής του κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή του από αυτό. Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αρ. 5948/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθήνας (εκούσια δικαιοδοσία), που έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αίτηση και καθόρισε χρηματικές μηνιαίες καταβολές ποσού 300 ευρώ για τις οφειλές του αιτούντος προς τους παραπάνω πιστωτές του, συμμέτρως διανεμόμενο, ήτοι ποσό 299 ευρώ προς το πρώτο των καθ’ ών (…) και 1 ευρώ προς την δεύτερη των καθ’ ών (…) για χρονικό διάστημα 60 μηνών από τον της δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης, συνυπολογιζομένων των ποσών που καταβλήθηκαν από τον αιτούντα, προς το … στα πλαίσια της από 10.03.2015 προσωρινής διαταγής και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος, επιβάλλοντας του την υποχρέωση να καταβάλει στο καθ’ ου …, για τη διάσωση αυτής, 240 μηνιαίες έντοκες δόσεις ποσού 281,59 ευρώ κάθε δόση, αρχής γενομένης από την 1η εργάσιμη ημέρα του πρώτου μήνα μετά την παρέλευση της πενταετίας από τη δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης, καταβλητέα εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός, χωρίς ανατοκισμό. Κατά της ως άνω απόφασης παραπονείται το πρώτο καθ’ ού η αίτηση και ήδη εκκαλούν …, με τους τέσσερις (4) λόγους έφεσης που αναφέρονται σε αυτήν ισχυριζόμενο, ότι το Ειρηνοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και εκτίμησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της έφεσης, ζητώντας ταυτόχρονα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης προς τον σκοπό της εξ ολοκλήρου απόρριψή της αίτησης.

Με τον τέταρτο λόγο έφεσής του, το εκκαλούν εκθέτει ότι ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος καταχρηστικά κατέθεσε την αίτησή τού, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον υπέβαλλε την ένδικη αίτηση επικαλούμενος αδυναμία καταβολής της δόσης του στεγαστικού του δανείου, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, εφόσον τα οικονομικά και πραγματικά του στοιχεία δεν είχαν μεταβληθεί κατά το χρονικό διάστημα από την λήψη του ένδικου δανείου έως την κατάθεση της αίτησης, αλλά με την κατάθεση της αίτησης του αποσκοπούσε να διαγράφει σχεδόν όλο του το χρέος προς το …, εκμεταλλευόμενος τις διατάξεις του ν. 3869/2010.

Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον, ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται το εκκαλούν, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, διότι η άσκηση της αίτησης είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία,
άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Σε κάθε περίπτωση, η υπαγωγή στις διατάξεις τού ως άνω νόμου εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και η αίτηση θα γίνει δεκτή μόνο με τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, άλλως αυτή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την επανεκτίμηση της χωρίς όρκο κατάθεσης του πρώτου εφεσίβλητου ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως διαδίκου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι ηλικίας .. ετών, παντρεμένος με την σύζυγό του Μ.Τ., με την οποία τέλεσαν γάμο στις 27.12.2015 (βλ. την από 02.02.2017 βεβαίωση του τμήματος αστικής και δημοτικής κατάστασης της Διεύθυνσης Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών), από τον οποίο, στις 06.10.2017, ήτοι μετά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, απέκτησαν ένα ανήλικο θήλυ τέκνο, τη Χ.Π. (βλ. την υπ’ αριθμ. πρ. 203/41/2017 ληξιαρχική πράξη γέννησης, που εξέδωσε η Ληξίαρχος Αθήνας). Εξάλλου, ο πρώτος εφεσίβλητος εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο … με το βαθμό του .. και έχει μηνιαίες αποδοχές, που το Νοέμβριο του 2018 ανέρχονταν σε 815,82 ευρώ καθαρά (βλ. την ανάλυση αποδοχών του πρώτου εφεσιβλήτου για το Νοέμβριο του 2018). Εξάλλου όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του πρώτου εφεσίβλητου, των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012 και 2013 και των φορολογικών ετών 2014, 2015, 2016 και 2017 είχε ετήσιο εισόδημα, το 2010 13.882,57 ευρώ, ήτοι 1.156, 88 ευρώ μηνιαίως, το 2011, 14.491,53 ευρώ, ήτοι 1207,62 ευρώ μηνιαίως, το 2012 15.118,28 ευρώ, ήτοι 1259,57 ευρώ μηνιαίως, το 2013, 15.312,18 ευρώ, ήτοι 1276,015 ευρώ μηνιαίως, το 2014, 14.744,27 ευρώ, ήτοι 1228,68 ευρώ μηνιαίως, το 2015 15.101,50 ευρώ, ήτοι 1258,45 ευρώ μηνιαίως, το 2016, 15.519,45 ευρώ, ήτοι 1293,28 ευρώ μηνιαίως και το 2017, 15.656,94 ευρώ, ήτοι μηνιαίως 1388,07 ευρώ. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εφεσίβλητου, είναι ένα διαμέρισμα που βρίσκεται σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού …, αρ. … (στο .. Αττικής), εμβαδού 97,10 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του (βλ. την βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης του πρώτου εφεσίβλητου με ημερομηνία δήλωσης στις 18.01.2017). Η ανωτέρω σύζυγος του πρώτου εφεσίβλητου εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία “…”. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω εκκαθαριστικά σημειώματα του αιτούντος-πρώτου εφεσίβλητου, για τα φορολογικά έτη 2015 – 2017, κατά τα οποία είχε νυμφευθεί, η σύζυγός του είχε ετήσιο εισόδημα που ανέρχονταν, το 2015 σε 11.858,30 ευρώ, ήτοι 988,19 ευρώ μηνιαίως, το 2016, σε 10.548,38 ευρώ, ήτοι 879,03 ευρώ μηνιαίως και το 2017, σε 7.629,26 ευρώ, ήτοι 635,77 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος – πρώτου εφεσίβλητου από το 2015 και εντεύθεν, που έχει παντρευτεί με την παραπάνω αναφερόμενη σύζυγό του, ανέρχεται το 2015 σε [(15.101,50 + 11.858,30=) 26.959,80/12=)] 2.246,65 μηνιαίως, το 2016 σε [(15.519,45 + 10.548,38=) 26.067,83/12=)] 2.172,32 ευρώ μηνιαίως και το 2017 σε [(15.656,94 + 7.629,26-) 23.286,20/12=)] 1.940,51 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε προγενέστερο του έτους από την
κατάθεση της αίτησής του, ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος ανέλαβε, τα κάτωθι χρέη, και είχε, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, τις εξής οφειλές προς την δεύτερη εφεσίβλητη και το εκκαλούν, του οποίου η απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, με προσημείωση υποθήκης στο ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία του. Ειδικότερα ο αιτών πρώτος εφεσίβλητος έχει χρέος προς την δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “…”, από πιστωτική κάρτα, για την οποία τηρείται ο υπ’ αριθμ. 5278900028451420 λογαριασμός, με υπόλοιπο οφειλής 878,90 ευρώ και στο εκκαλούν, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία “…”, έχει χρέος 94.366,40 ευρώ, από ενυπόθηκο στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, που έλαβε από αυτό στις 12.07.2011 και τηρήθηκε σχετικά ο υπ’ αριθμ. 1/115653 λογαριασμός, με συνολικό ποσό δανείου 100.000, εξοφλητέο σε μηνιαίες δόσεις ποσού 576,91 ευρώ, η κάθε δόση, το οποίο άρχισε να εξυπηρετεί στις 01.01.2012, με παρακράτηση του ποσού κάθε μηνιαίας δόσης, από τον μισθό του, δυνάμει σύμβασης εκχώρησης, που είχε συνομολογήσει με το εκκαλούν σε ποσοστό 6/10 του μισθού ή της σύνταξής του, το οποίο, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση με αριθμό 2/19843/0094/07.03.2012, μειώθηκε σε 3/10. Το συνολικά οφειλόμενο ποσό από το παραπάνω δάνειο ανέρχεται στις 12.07.2018, σε 91.551,03 ευρώ και προς εξόφληση του καταβάλλεται πλέον, δυνάμει της εκκαλουμένης απόφασης, από τον αιτούντα-πρώτο εφεσίβλητο, το ποσό των 299 ευρώ μηνιαίως, με το οφειλόμενο υπόλοιπο τον Ιούνιο του 2018 να ανέρχεται σε 7.708,89 ευρώ (βλ. το από 07.11.2018 έγγραφο κατάστασης οφειλών του πρώτου εφεσίβλητου, που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν). Το 2011 που ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος ανέλαβε το παραπάνω χρέος ήταν άγαμος, δεν είχε τέκνα και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 1.207,62 ευρώ, λάμβανε όμως και δώρα εορτών και επιδόματα αδείας. Επίσης είχε, την προοπτική επαγγελματικής εξέλιξης και λόγω αυτής αύξησης των μηνιαίων αποδοχών από την εργασία του. Τα επόμενα έτη, ήτοι από το 2012 και εντεύθεν οι μηνιαίες αποδοχές του πρώτου εφεσίβλητου δεν υπέστησαν σημαντική μείωση, αντίθετα, αυξήθηκαν με ποσά της τάξης των 20 έως 50 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, από 01.01.2013 ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος στερήθηκε τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας καθώς και την οικονομική αύξηση των αποδοχών του, λόγω παρόδου του χρόνου παραμονής στο βαθμό του (ωριμάνσεις), διότι με το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο, που ψηφίστηκε στις 07.11.2012, από 01.01.2013 σταμάτησαν να καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, αλλά και αυξήσεις λόγω συμπλήρωσης συγκεκριμένου χρόνου σε κάποιον βαθμό. Επιπλέον, από το 2015 ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος παντρεύτηκε με την παραπάνω αναφερόμενη σύζυγό του, η οποία εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος και της οποίας το εισόδημα από την εργασία της έχει μειωθεί σημαντικά από το 2015 έως το 2017 (από 988,19 το 2015 σε 879,03 το 2016 και σε 635,77 του 2017), με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί και το οικογενειακό τους εισόδημα. Αντίθετα, κατά το χρονικό διάστημα μετά τη λήψη του ένδικου δανείου από το εκκαλούν, οι οικογενειακές υποχρεώσεις του πρώτου εφεσίλητου έχουν αυξηθεί, διότι εκτός του ότι το 2015 παντρεύτηκε, επιπλέον, από το 2017 έχει αποκτήσει και ένα τέκνο. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το 2011 που ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος έλαβε το παραπάνω στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν, απέβλεπε στις μηνιαίες αποδοχές του από την εργασία του, αλλά και στις επιπλέον μισθολογικές απολαβές των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας, καθώς και των αυξήσεων πουθα λάμβανε λόγω συμπλήρωσης συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας στο βαθμό που κατείχε, πλην, όμως, από το 2013 σταμάτησαν να του καταβάλλονται δώρα εορτών και επιδόματα αδειών, ενώ επίσης δεν έλαβε και την αναμενόμενη αύξηση των αποδοχών του λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου χρόνου στο βαθμό που κατείχε, με συνέπεια παρόλο που από το 2011 έως το 2017 δεν μειώθηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του, μειώθηκε το εισόδημα του λόγω της μη καταβολής των παραπάνω μισθολογικών απολαβών στις οποίες είχε αποβλέψει, όταν έλαβε το δάνειο, που σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης θα αποπλήρωνε μετά την παρέλευση 20ετίας από τη λήψη του. Εκτός όμως από την μείωση των απολαβών του πρώτου εφεσίβλητου, αυξήθηκαν οι οικονομικές του υποχρεώσεις, διότι από το 2015 παντρεύτηκε και από το 2017 απέκτησε τέκνο. Εξάλλου, η ανωτέρω σύζυγος του πρώτου εφεσιβλήτου εργάζεται, όμως λαμβάνει μισθό, ο οποίος μειώνεται κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα να μειώνεται το οικογενειακό εισόδημα, τη στιγμή που αυξάνονται οι οικογενειακές ανάγκες. Συνέπεια της εξέλιξης αυτής στην οικονομική και προσωπική κατάσταση του πρώτου εφεσίβλητου ήταν να δυσχεραίνεται στην αποπληρωμή της μηνιαίας δόσης του δανείου που είχε λάβει από το εκκαλούν, ύψους 576,91 ευρώ, η οποία παρακρατούνταν από το μηνιαίο μισθό του και με το υπόλοιπο ποσό που απέμενε από το μηνιαίο μισθό του, με συνυπολογισμό και του μισθού της συζύγου του να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του. Αποδεικνύεται από τα ανωτέρω, ότι λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα και τα χρέη του αιτούντος-πρώτου εφεσίβλητου, καθώς και τις μηνιαίες ανάγκες του ίδιου και της οικογένειας του, προκύπτει συγκριτικά, ότι αυτός δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το εκκαλούν, που είναι ουσιαστικά και ο κύριος πιστωτής του, εφόσον το χρέος του στην δεύτερη εφεσίβλητη είναι πολύ μικρό ανερχόμενο σε 878,90 ευρώ, με αποτέλεσμα ο αιτών να βρίσκεται ήδη από το έτος 2014, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα αναλύονται ανωτέρω στην υπό 1 μείζονα σκέψη η εξυπηρέτηση του ένδικου δανείου του αιτούντος-πρώτου εφεσίβλητου, με εκχώρηση υπέρ του εκκαλούντος δανειστή του, ποσοστού των μηνιαίων απολαβών του, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή του κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, δεν μπορεί να του στερήσει την δυνατότητα να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ούτε αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του αιτούντος, καθώς εν προκειμένω, η εξόφληση των μηνιαίων δόσεων γίνονταν, όχι επειδή μπορούσε, με βάση τα εισοδήματά του, να ανταποκριθεί στην κάλυψη της δανειακής του υποχρέωσης από το παραπάνω στεγαστικό δάνειο, αλλά εκπληρωνόταν, λόγω της εκχώρησης ποσοστού των μηνιαίων αποδοχών του, για την άρση της οποίας έπρεπε να συμφωνήσει το εκκαλούν, ενώ αν γινόταν μονομερώς από τον αιτούντα, θα οδηγούσε πιθανότατα στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης. Κατά συνέπεια, η κατά τον τρόπο αυτό αναγκαστική αποπληρωμή με καταβολή της αρχικά συμφωνημένης μηνιαίας δόσης αποπληρωμής του δανείου, με παρακράτηση του ποσού της από τον μισθό του πρώτου εφεσιβλήτου, πραγματοποιούνταν τελικά και συστηματικά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, εφόσον παρακράτηση του ποσού των 576,91 ευρώ μηνιαίως, κατέλειπε σε αυτόν μηνιαίο εισόδημα το οποίο, δεδομένης της προσωπικής και οικογενειακής του κατάστασης, δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης του και έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση του. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στην παραπάνω πρώτη (υπό 1)
μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο αιτών δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 επειδή δεν είχε κατά το χρόνο κατάθεσης ληξιπρόθεσμες οφειλές από την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου (δεύτερος λόγος έφεσης), καθώς και επειδή ακριβώς αυτή η εξυπηρέτηση του δανείου υποδεικνύει ότι δεν βρίσκονταν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών (δεύτερος λόγος έφεσης). Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι ο αιτών το 2011 που έλαβε το ένδικο δάνειο διέθετε τα οικονομικά μέσα για την εξυπηρέτηση του, προερχόμενα από το μισθό του, αποβλέποντας πρωτίστως στο γεγονός ότι είχε σταθερή και μόνιμη εργασία, ως δημόσιος υπάλληλος, με σταθερές αποδοχές και προοπτική οικονομικής και επαγγελματικής εξέλιξης ενώ η εξαιτίας των μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας, περικοπή των μισθολογικών αποδοχών του αιτούντος από την εργασία του, με την κατάργηση των δώρων εορτών και των επιδομάτων άδειας, αλλά και η στασιμότητα στην αύξηση του μισθού του λόγω χρόνου υπηρεσίας, πραγματοποιήθηκε αιφνίδια και ήταν εξελίξεις μη προβλέψιμες από αυτόν.

Εξάλλου, εκτός από την μείωση των αποδοχών του αιτούντος, αυξήθηκε το κόστος διαβίωσης, επιβλήθηκαν φορολογικά μέτρα στα πλαίσια αντιμετώπισης της κρίσης και επιπλέον ο αιτών παντρεύτηκε και απέκτησε παιδί, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η προσωπική του κατάσταση και να επιφορτιστεί περισσότερες οικονομικές υποχρεώσεις, ενόψει και της μείωσης των αποδοχών της συζύγου του. Επίσης ο αιτών έλαβε το παραπάνω ένδικο στεγαστικό δάνειο προκειμένου να αποκτήσει κύρια κατοικία, μη έχοντας άλλη ακίνητη περιουσία και εκτός από το δάνειο αυτό δεν προέβη σε δανεισμό άλλων ποσών πλην της πιστωτικής κάρτας που έλαβε από την δεύτερη εφεσίβλητη, στην οποία το χρέος του είναι πολύ μικρό. Με τα δεδομένα αυτά ο αιτών δεν κατέφυγε σε υπερδανεισμό και δεν χρησιμοποίησε το πιστωτικό σύστημα προκειμένου να διάγει πολυτελή βίο που δεν μπορούσε να υποστηρίξει με βάση τις οικονομικές του δυνάμεις, αλλά οι επιλογές του καταδεικνύουν έναν συνετό οφειλέτη, ο οποίος προέβη σε δανεισμό προκειμένου να αποκτήσει κύρια κατοικία, ώστε να εξοικονομήσει τη δαπάνη μίσθωσης, δανείστηκε ποσό που δεν είναι υπέρογκο και με το οποίο απέκτησε μια κατοικία που εξυπηρετεί τις ανάγκες του σύμφωνα με την οικονομική του δυνατότητα και παρά το ότι μετά τη μείωση των αποδοχών του και την αύξηση των οικογενειακών του υποχρεώσεων, δεν μπορούσε να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες, δεν κατέφυγε σε εκ νέου δανεισμό, αλλά διαβίωνε με χαμηλά οικονομικά μέσα τα οποία ωστόσο δεν μπορούν να του εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Με βάση τα προαναφερόμενα κρίνεται ότι ο αιτών δεν περιήλθε με δόλο σε αδυναμία πληρωμής και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό 2 μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται το αντίθετο. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος, οι προϋποθέσεις για την ένταξη του στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010. Επιπλέον, ειδικά όσον αφορά στο εκκαλούν, με τη ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος πρώτου εφεσίβλητου, όπως καθορίστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ο αιτών θα καταβάλλει για πέντε έτη (60 μήνες) το ποσό των 300 ευρώ στο εκκαλούν και μετά την παρέλευση της πενταετίας, θα καταβάλλει στο εκκαλούν, για είκοσι έτη (240 μήνες), το ποσό των 281,59
ευρώ, προς διάσωση της πρώτης κατοικίας του. Αυτή η ρύθμιση κρίνεται ορθή, τηρούμενης και της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον, δεδομένης της οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του αιτούντος η καταβολή των ανωτέρω ποσών είναι εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του, ενόψει ότι επωφελείται και από την καταβολή μισθώματος και επίσης μετά το πέρας των ρυθμίσεων (προς εξόφληση του εκκαλούντος και της διάσωσης της πρώτης κατοικίας του) θα έχει απαλλαγεί από το επιπλέον ποσό του δανείου, που συνίσταται κυρίως σε τόκους. Αλλά και το εκκαλούν μετά το πέρας καταβολής των δόσεων εκ μέρους του πρώτου εφεσίβλητου, συμπεριλαμβανομένων και των δόσεων που έχει λάβει για το χρονικό διάστημα από το 2011-2015 (που έγινε η ρύθμιση από το Δικαστήριο με προσωρινή διαταγή), θα έχει λάβει το κεφάλαιο του δανείου και ένα ποσό τόκων, ήτοι αυτό που αναλογεί στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος αποπλήρωνε κανονικά τη δόση του δανείου του, δηλαδή από το 2011 έως το Μάρτιο του 2015 που έγινε η ρύθμιση από το Δικαστήριο με την από 10.03.2015 προσωρινή διαταγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, με συμπλήρωση της αιτιολογίας του από το παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 534 του ΚΠολΔ, και επομένως οι τρεις λόγοι έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υφισταμένου ετέρου λόγου έφεσης προς εξέταση, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ειδικότερα, πρέπει να γίνει τυπικά μεν δεκτή, να απορριφθεί ωστόσο, κατ’ ουσίαν για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 3869/2010, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. ΚΑΙ

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσίαν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στη Κόρινθο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 06.04.2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ