ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ μέσω του ηλεκτρονικού μητρώου φερεγγυότητας
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ (άρθρα 172 έως 188 του Ν. 4738/2020)
ΑΠΟΦΑΣΗ 19 / 2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Γεώργιο Λάζαρο, Πρωτόδικη Ειδικής Επετηρίδας Ιωαννίνων, που ορίσθηκε με Πράξη της Προϊσταμένης των Υπηρεσιών του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Προέδρου Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα Σωτηρία Μπόζιου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 18η Φεβρουάριου 2026, για να δικάσει την υπόθεση:
A. ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ της «Α’ » ΑΙΤΗΣΗΣ (με Γ.Α.Κ. ………/2025 και Ε.Α.Κ. …../2025) – ΚΑΘ’ ΟΥ Η «Β’» ΚΥΡΙΑ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (με Γ.Α.Κ. ……./2025 και Ε.Α.Κ. …../2025): Μ.Π. του ……, κατοίκου Ιωαννίνων επί της οδού ………. με αριθμό ……, με Α.Φ.Μ. ………., που υπέβαλε ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, την από ……..2025 αίτηση περί κήρυξής του σε πτώχευση και δη με την απλοποιημένη διαδικασία πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου με αριθμό ηλεκτρονικής αίτησης ΗΜΦ ………, η οποία διαβιβάστηκε ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, συνταχθείσας από την τελευταία της με αριθμούς Γ.Α.Κ. …../……..2025 και Ε.Α.Κ. ……/……..2025 έκθεσης κατάθεσης, η οποία (αίτηση) υπογράφεται από την πληρεξούσια Δικηγόρο του, Άννα Κορσάνου (Α.Μ. 025284 Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών), που κατέθεσε την …….2025 τις από ……..2025 προτάσεις του δια της ιδίας ως άνω πληρεξούσιας Δικηγόρου του, ενώ δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την πλασματική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου.
Β. ΤΟΥ ΚΥΡΙΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΟΣ ΤΗΣ «Β’» ΚΥΡΙΑΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ (με Γ.Α.Κ. ……../2025 και Ε.Α.Κ. ………./2025): «ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ», ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……………… με αριθμό …… (Α.Φ.Μ. «Α.Α.Δ..Ε.»: …………), καθώς και, εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ …………. (άρθρο 85 εδ. α Κ.Ε.Δ.Ε.), το οποίο ανάρτησε την ……….2025 ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας με αριθμό ΗΜΦ ………., την από ………..2025 κύρια παρέμβασή του, η οποία υπογράφεται από τη Δικαστική πληρεξούσια Α’ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), …………. ακολούθως η τελευταία, κατέθεσε την ως άνω κύρια παρέμβαση ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου με Γ.Α.Κ. ……../……….2025 και Ε.Α.Κ. ……/…….2025, προκατέθεσε την …….2025 τις από ………2025 προτάσεις του, κατ’ άρθρο 177 παρ. 3 του Ν. 4738/2020 και εκπροσωπήθηκε (το κυρίως παρεμβαίνον), κατά την πλασματική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από την Δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με Α.Μ. …….., …….. Μαρία Κιτσάκη.
Κατόπιν συγκρότησης του φακέλου της δικογραφίας, κατά τα οριζόμενα στον νόμο, η υπόθεση χρεώθηκε στον ως άνω ορισθέντα Δικαστή κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε μετά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο με την παρουσία των πληρεξούσιων Δικηγόρων των διαδίκων και συζητήθηκε, συντασσόμενου του σχετικού πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 110 παρ. 1, 111, 113 παρ. 1, 115 παρ. 1, 226 παρ. 2 και 3, 256, 741 και 759 παρ. 4 του ΚΠολΔ).
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 741 ΚΠολΔ) το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερά από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν: Α) η από ………2025 (με αριθμό ηλεκτρονικής αίτησης ,,,,,,,, και με αριθμούς πράξης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ. ………/……2025 και Ε.Α.Κ. …../……….2025 της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου) αίτηση με αντικείμενο την κήρυξη του αιτούντος σε πτώχευση λόγω παύσης πληρωμών’ και Β) η ασκηθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από ……..2025 κύρια παρέμβαση με Γ.Α.Κ. ……/…….2025 και Ε.Α.Κ. ……/……..2025 της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία το παρεμβαίνον ζητά την απόρριψη της ως άνω αίτησης για τους αναφερομένους σε αυτή λόγους. Η ως άνω αίτηση και η κύρια παρέμβαση υπάγονται στην ίδια διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας και είναι προδήλως συναφείς, δια της δεύτερης εξ αυτών ανοίγεται παρεπόμενη έναντι της κύριας δίκη. Πρέπει, συνεπώς, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφενός μεν διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, αφετέρου δε, επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 741, 246, 31 παρ. 1 ΚΠολΔ και 177 παρ. 1 και 2 του Ν. 4738/2020).
I. Κατά την διάταξη του άρθρου 78 παρ. 2 του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει, Μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις ορίζονται αυτές στις οποίες ο οφειλέτης ικανοποιεί σωρευτικά και τα τρία (3) κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251). Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το κριτήριο που αφορά το ενεργητικό εφαρμόζεται στην περιουσία του προσώπου. Ως προς την ακίνητη περιουσία του προσώπου, η αξία αυτής προκύπτει κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11. Οι διαδικαστικές και άλλες παρεκκλίσεις της πτώχευσης μικρού αντικειμένου αναφέρονται στο Έκτο Μέρος του παρόντος Δεύτερου Βιβλίου, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των υπολοίπων Μερών του Δεύτερου Βιβλίου, ενώ κατά το άρθρο 2 παρ. 1 – 3 και 7 του Ν. 4308/2014 (όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του Ν. 5164/2024 – Φ.Ε.Κ. Α’ 202/12.12.2024): «1. Οι οντότητες κατατάσσονται με βάση το μέγεθος τους στις παρακάτω κατηγορίες των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου. 2. Πολύ μικρές οντότητες. Πολύ μικρές οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια: α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 450.000 ευρώ, β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 900.000 ευρώ, γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα. 3. Ειδικά οι οντότητες της παραγράφου 2(γ) του άρθρου 1 εντάσσονται στην κατηγορία των πολύ μικρών οντοτήτων με μόνη προϋπόθεση ότι ο κύκλος εργασιών τους δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.500.000 ευρώ … 7. Το ποσό του κονδυλίου “Σύνολο ενεργητικού” και το καθαρό ποσό του κονδυλίου “Κύκλος εργασιών” που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο είναι εκείνα των αντίστοιχων κονδυλίων των υποδειγμάτων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, ως εξής: α) “Σύνολο ενεργητικού” είναι το ποσό του κονδυλίου “Σύνολο ενεργητικού” του υποδείγματος ισολογισμού Β.1.1 ή Β. 1.2 ή Β.5, αναλόγως, β) “Κύκλος εργασιών” είναι το ποσό του κονδυλίου “Κύκλος εργασιών (καθαρός)” του υποδείγματος της Κατάστασης αποτελεσμάτων Β.2.1 ή Β.2.2 ή Β.6, αναλόγως». Περαιτέρω, για την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση πρέπει να συντρέχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις κήρυξής του σε πτώχευση των άρθρων 76 – 77 του Ν. 4738/2020. Τεκμαίρεται ότι βρίσκεται σε παύση πληρωμών, όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Ελληνικό Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα σε ύψος τουλάχιστον 60,00% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για εξάμηνη τουλάχιστον περίοδο, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ (άρθρο 176 παρ. 1 του Ν. 4738/2020), ενώ η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων δεν αίρει την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής (άρθρο 176 παρ. 2 του Ν. 4738/2020). Αρμόδιο Δικαστήριο για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου είναι πλέον το Μονομελές Πρωτοδικείο, που υπεισήλθε στη θέση του καταργηθέντος Ειρηνοδικείου κατά τις διατάξεις του Ν. 5108/2024 «Ενοποίηση του πρώτου βαθμού Δικαιοδοσίας, Χωροταξική αναδιάρθρωση Πολιτικών – Ποινικών Δικαστηρίων», στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, εφόσον δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 21 και 47 του Ν. 4172/2013, ή το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 78 του Ν. 4738/2020 (άρθρα 78 παρ. 1 – 2, 129 εδ. α’ και 172 παρ. 1 – 2 του . 4738/2020, όπως ισχύουν), ενώ σε περίπτωση αμφισβήτησης κύρια κατοικία είναι η αναφερόμενη ως κατοικία του οφειλέτη στην τελευταία πριν από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης φορολογική του δήλωση (άρθρο 172 παρ. 2, εδ. β’ του Ν. 4738/2020). Η ακολουθούμενη διαδικασία για τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης μικρού αντικειμένου είναι η εκούσια δικαιοδοσία (άρθρα 78 παρ. 4 και 130 παρ. 1, εδ. α’ του Ν. 4738/2020) και η αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου υποβάλλεται είτε από τον οφειλέτη, είτε από πιστωτή με έννομο συμφέρον, είτε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, εφόσον τούτο δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος (άρθρο 79 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020), ηλεκτρονικά μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα τριάντα ημερών (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει). Εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κοινοποιείται στον οφειλέτη εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την δημοσιοποίησή της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες από την υποβολή της (άρθρο 173 παρ. 1, εδ. β’ του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει). Για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, για τις οποίες αίτηση υποβάλλει ο οφειλέτης, επισυνάπτει σε πρωτότυπο με ποινή απαραδέκτου της αίτησης γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, το οποίο αναλαμβάνεται από τον σύνδικο με άδεια του εισηγητή και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο επιστρέφεται στον οφειλέτη. Η αίτηση συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του, βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο και κτηματολογικό φύλλο ή πιστοποιητικό βαρών των ακινήτων του οφειλέτη. Κατά, δε, το άρθρο 174 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 ο οφειλέτης επίσης με ποινή απαραδέκτου της αίτησης υποχρεούται να καταθέσει τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση, για την οποία είναι διαθέσιμες. Η ορθή ανάγνωση της διάταξης αυτής είναι ότι κατατίθενται οι καταστάσεις αυτές, εφόσον ο οφειλέτης έχει υποχρέωση κατάρτισης και δημοσίευσής τους. Κατά δε την παρ. 2 εδ. α’ του ως άνω άρθρου 174 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 79 Ν. 5072/2023, Φ.Ε.Κ. Α’ 198/04.12.2023), αν το αιτούν πρόσωπο δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, ενώ κατά την παρ. 4 του ιδίου ως άνω άρθρου 174, τα έγγραφα υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο, περιλαμβάνει δε, συναίνεση πρόσβασης στα στοιχεία και στα συνοδευτικά έγγραφα που βρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Περαιτέρω, σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος του άρθρου 173 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει, δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέμβαση, που αφορά μόνο στον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή με μόνη την διαπίστωση παρέλευσης του χρονικού διαστήματος από το πτωχευτικό Δικαστήριο (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. γ’ του Ν. 4738/2020, όπως ισχύει) και εκδίδεται απόφαση, με την οποία ορίζεται από το πτωχευτικό Δικαστήριο ο εισηγητής, ο οποίος διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχώρισης του άρθρου 178 (άρθρο 173 παρ. 1, εδ. δ’ – ε’ του Ν. 4738/2020, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 78 του Ν. 5072/2023 – Φ.Ε.Κ. Α’ 198/04.12.2023). Ωστόσο, ουδόλως αναφέρεται στο νόμο ότι εισάγεται η αίτηση προς συζήτηση στο ακροατήριο του πτωχευτικού Δικαστηρίου, ούτε κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, ούτε κατά το άρθρο 177 του Ν. 4738/2020, πράγμα απαραίτητο από την στιγμή, που ρητά αναφέρεται ότι εκδίδεται απόφαση και στις δύο περιπτώσεις. Η έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο χωρίς την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση σε δημόσια συνεδρίαση του πτωχευτικού δικαστηρίου εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας υπό το πρίσμα της αρχής της δημοσιότητας του άρθρου 93 παρ. 2 του Συντάγματος και της μη κατοχυρωμένης συνταγματικά παρά μόνο έμμεσα με την υποχρέωση απαγγελίας των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος), αλλά συνδεόμενης με την αρχή της δημοσιότητας, αρχής της προφορικότητας της διαδικασίας, με την οποία απόλυτα ταυτίζεται (Πανταζόπουλος, Η αρχή της δημοσιότητας στην πολιτική δίκη, έκδοση 2009, σελ. 481). Η θέση αυτή εκκινεί από την παραδοχή ότι η δίκη είναι δημόσια μόνο στον βαθμό, που υφίσταται προφορικά διεξαγόμενη συνεδρίαση, εξ αντιδιαστολής, δε, οι σκοποί της δημοσιότητας δε δύνανται να τηρηθούν χωρίς την προφορικότητα. Στο πεδίο της πολιτικής δικαιοσύνης και σε επίπεδο τυπικού νόμου η αρχή της δημοσιότητας της δίκης εξειδικεύεται στα άρθρα 110 (ιδίως παρ. 2), 112, 113, 114 και 559 παρ. 7 ΚΠολΔ. Από τις αναφερόμενες διατάξεις συνάγονται τα εξής: πρώτον, «δημοσιότητα έναντι των διαδίκων» υφίσταται ανεξαιρέτως σε όλα τα στάδια της δίκης πλην της διάσκεψης (η οποία σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ είναι απολύτως μυστική, ήτοι προς όλους, διάδικους και τρίτους). Αντίθετα, η «δημοσιότητα έναντι του κοινού» εκδηλώνεται μόνο κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης, ενώ τόσο η προδικασία, όσο και η διαδικασία εκτός του ακροατηρίου, είναι μυστική προς τους τρίτους. Βάσει των ανωτέρω η παράλειψη του νόμου να ορίσει προφορική συζήτηση, έστω και κατά τα πλαίσια του άρθρου 237, όπως ισχύει, ή του άρθρου 4ΙΒ παρ. 1, εδ. α’ του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει, οδηγεί σε αντισυνταγματικότητα μέσω της απευθείας χρέωσης της υπόθεσης σε πρώην Ειρηνοδίκη, νυν Πρωτόδικη, προκειμένου να εκδώσει απόφαση επί της αίτησης πτώχευσης βάσει εγγράφων χωρίς προφορική διαδικασία (σελ. 265 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4738/2020). Κατόπιν τούτων, καθώς υφίσταται ηθελημένο νομοθετικό κενό και καθώς ο σκοπός του νομοθέτη είναι η απλοποίηση της εκδίκασης των υποθέσεων πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου και η επιτάχυνσή τους, πρέπει το κενό αυτό να καλυφθεί μέσω της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 237 παρ. 4, εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Ν. 4842/2020, και πλέον του άρθρου 237 παρ. 6 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, τα οποία προσομοιάζουν περισσότερο με τους στόχους του νομοθέτη και όχι του άρθρου 748 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 173 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 δεν απαιτείται η κατάθεση προτάσεων κατ’ εξαίρεση του άρθρου 115 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον ο νομοθέτης του Ν. 4738/2020 στην περίπτωση αυτή ήθελε την τάχιστη διεξαγωγή της δίκης χωρίς την υποβολή των διαδίκων σε περαιτέρω έξοδα και διαδικασίες. Κατά δε το άρθρο 237 παρ. 4, εδ. ζ’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την εφαρμογή του Ν. 4842/2020, και πλέον 237 παρ. 6, εδ. ζ’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει, αναλογικά εφαρμοζόμενα «κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους». Η «τυπική» αυτή συζήτηση είναι απαραίτητη κατά τα προρρηθέντα, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι συνταγματικά κατοχυρωμένες με το άρθρο 93 του Συντάγματος ανάγκες της αρχής της δημοσιότητας των συνεδριάσεων, αλλά και για να παρασχεθεί η δυνατότητα διενέργειας ορισμένων διαδικαστικών πράξεων. Τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 τόσο στην περίπτωση της διαδικασίας του άρθρου 173, όσο και αυτής του άρθρου 177, εφόσον σύμφωνα με τα στοιχεία, στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρημένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετησίων ευλογών δαπανών διαβίωσης ή είναι υψηλότερο, το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4987/2022, Α’ 190), δεν διορίζεται σύνδικος και το Δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, προσδιορίζει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρισης του άρθρου 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020. Την ανεπάρκεια μπορεί να την αναδείξει με κύρια παρέμβαση και πιστωτής (άρθρο 178 παρ. 1 Ν. 4738/2020, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 του Ν. 5072/2023 – Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α’ 198/04.12.2023). Το άρθρο 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 προσάρμοσε την διάταξη του άρθρου 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020 στις ιδιαιτερότητες των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου. Το δε άρθρο 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020 αποτελεί θετική αντικειμενική προϋπόθεση με την έννοια ότι, για να κηρυχθεί η πτώχευση, θα πρέπει το πτωχευτικό Δικαστήριο να πιθανολογήσει και να αναφέρει στην απόφαση ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί πράγματι για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Δεν αρκεί, δηλαδή, η επάρκεια της περιουσίας για αντιμετώπιση μερικών μόνο εξόδων της διαδικασίας ή των εξόδων μέχρι ενός ορισμένου χρονικού σημείου ή διαδικαστικού σταδίου. Απαιτείται επάρκεια της περιουσίας για κάλυψη όλων των εξόδων, συνήθων ή εξαιρετικών, της συγκεκριμένης πτωχευτικής διαδικασίας. Για την τυχόν επάρκεια ή ανεπάρκεια της περιουσίας αρκεί κατά το γράμμα του νόμου πιθανολόγηση, επειδή ούτε τα έξοδα της διαδικασίας, ούτε το μέγεθος της περιουσίας του οφειλέτη μπορούν εκ των πραγμάτων να προβλεφθούν με ακρίβεια. Επισημαίνεται ότι στα έξοδα υπολογίζονται όλες οι προβλέψιμες δικαστικές και διαχειριστικές δαπάνες, όπως ιδίως οι δαπάνες για την είσπραξη απαιτήσεων του πτωχού, για την πτωχευτική ανάκληση, για την ικανοποίηση των ομαδικών πιστωτών, η αντιμισθία του συνδίκου κ.λ.π.. Αρκεί δε εν προκειμένω η κατά το δυνατόν εκτίμηση των εξόδων, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη παράθεση στην απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση για κήρυξη της πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας περιουσίας, πράξεων και δαπανών (ΑΠ 578/2018 και ΕφΚρ 14/2021 δημ. στη Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στη δε περιουσία συναριθμούνται, εκτός των ταμειακών διαθεσίμων (μετρητών) του οφειλέτη, των εισπρακτέων απαιτήσεων και της αξίας των ελευθέρων βαρών στοιχείων, αφενός μεν οτιδήποτε μπορεί να επανακτηθεί με τον θεσμό της πτωχευτικής ανάκλησης, αφετέρου, δε, και το υπόλοιπο της αξίας των εμπραγμάτως βεβαρημένων πραγμάτων μετά από την αφαίρεση της αξίας του βάρους. Όμως, αν τα ρευστοποιήσιμα στοιχεία του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη (απαιτήσεις, πάγια κ.λπ.) δεν είναι πράγματι ευχερώς ρευστοποιήσιμα (βλ. και άρθρο 191 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, όπου, προκειμένου για την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτωχευτικής διαδικασίας και την περάτωσή της πτώχευσης, γίνεται λόγος για έλλειψη ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας), η έλλειψη επαρκούς περιουσίας θα πρέπει να θεωρηθεί και στην περίπτωση αυτή δεδομένη. Μη ευχερώς ρευστοποιήσιμη περιουσία υπάρχει προφανώς, όταν η μη αποτελούμενη από μετρητά περιουσία του οφειλέτη πιθανολογείται ότι δεν θα μπορέσει να ρευστοποιηθεί εντός χρόνου πρόσφορου, για να καλύψει με επάρκεια τις εντωμεταξύ (μέχρι την ρευστοποίηση) γεννώμενες διαδικαστικές δαπάνες. Επάρκεια συνεπώς περιουσίας για την κάλυψη των διαδικαστικών εξόδων ως προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης υπάρχει, όταν στην περιουσία του οφειλέτη συμπεριλαμβάνονται τα αναγκαία με πιθανολόγηση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετρητά ή όταν η πράγματι ρευστοποιήσιμη περιουσία κρίνεται ότι μπορεί να ρευστοποιηθεί σε πρόσφορο χρόνο και η ρευστοποίηση να αποδώσει τα αναγκαία για την περαίωση της διαδικασίας χρήματα. Η διάταξη είναι συνεπής προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 166 του Ν. 4738/2020 παύση των εργασιών της πτώχευσης λόγω έλλειψης ενεργητικού ικανού προς αντιμετώπιση των διαδικαστικών εξόδων. Εφόσον, δηλαδή, από έλλειψη ρευστού δεν μπορεί να συνεχισθεί η διαδικασία, για μείζονα λόγο δεν μπορεί και να αρχίσει. Σε αμφότερες πάντως τις περιπτώσεις είναι αυτονόητο ότι συντρέχουν ήδη οι λοιπές προϋποθέσεις της κήρυξης της πτώχευσης. Το Δικαστήριο, επομένως, μπορεί να ερευνήσει την ύπαρξη της εν λόγω προϋπόθεσης για την κήρυξη της πτώχευσης, αφότου έχει ήδη σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την συνδρομή όλων των ως άνω λοιπών προϋποθέσεων. Πάντως, με τις αλλαγές, που επέφερε ο Ν. 4446/2016 στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3588/2007, οι οποίες εξακολουθούν όμοιες υφιστάμενες και στον Ν. 4738/2020, ο αιτών την κήρυξη της πτώχευσης πρέπει πλέον να επικαλείται στην αίτησή του την επάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και να φροντίζει να καθιστά δυνατή την πιθανολόγησή της από το Δικαστήριο. Αρκεί προς τούτο να αναφέρει στην αίτησή του και να θέτει υπόψιν του Δικαστηρίου τα σχετικά οικονομικά στοιχεία, από τα οποία μπορεί να αντληθεί η πιθανολόγηση. Άλλα αποδεικτικά μέσα αποκλείονται από την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 77 του Ν. 4738/2020 (ΕφΚρ 14/2021 δημ. στη Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Το Δικαστήριο, επομένως, είναι πλέον υποχρεωμένο να ελέγχει και την ύπαρξη αυτής της προϋπόθεσης με πιθανολόγηση. Θα πρέπει δε, να απορρίπτει την αίτηση κήρυξης της πτώχευσης, αν από αυτήν και τα προσαγόμενα οικονομικά στοιχεία δεν πιθανολογείται η επάρκεια της περιουσίας. Ωστόσο, κατά τα προρρηθέντα εξαιτίας του ιδιόμορφου τεκμηρίου του άρθρου 173 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, με το οποίο, εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα τριάντα ημερών από την δημοσιοποίηση της αίτησης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και δεν ασκηθεί παρέμβαση ή ασκηθεί παρέμβαση αφορώσα μόνο στον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται αυτόματα δεκτή από το πτωχευτικό Δικαστήριο με μόνη την πάροδο του τριακονθήμερου, το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατ’ ουσίαν αν συντρέχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις κήρυξης του οφειλέτη σε πτώχευση των άρθρων 76 – 77 του Ν. 4738/2020 (Περάκη «Πτωχευτικό Δίκαιο», έκδοση 2021, παρ. 24, περ. 14 – II, σελ. 201). Εξετάζει, όμως, το παραδεκτό και νόμιμο της αίτησης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, κατά την οποία εξαιτίας του προρρηθέντος τεκμηρίου, δεν εξεταζόταν ούτε το παραδεκτό ούτε το νόμιμο της αίτησης, τότε θα μπορούσαν π.χ. να πτωχεύουν τα εξαιρούμενα κατά το άρθρο 76 του Ν. 4738/2020 πρόσωπα ή θα μπορούσε ο οφειλέτης να μην έχει οποιαδήποτε συνέπεια στην περίπτωση, που δεν συνυπέβαλε τα αναφερόμενα στο άρθρο 174 του Ν. 4738/2020 έγγραφα ή το γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του άρθρου 173 παρ. 2 του Ν. 4738/2020. Συνεπώς κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου και οι προϋποθέσεις του άρθρου 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, που αποτελούν αντικειμενική προϋπόθεση στο πλαίσιο των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου ανάλογη του άρθρου 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020, πρέπει να εξετάζονται, ακόμη και στο πλαίσιο του άρθρου 173 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, χωρίς να δεσμεύεται η κρίση του Δικαστηρίου από το προρρηθέν ιδιόμορφο τεκμήριο ως προς αυτές. Άλλωστε, κατά το άρθρο 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020 απορρίπτεται η αίτηση κήρυξης σε πτώχευση, αν η περιουσία και το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας της πτώχευσης, ενώ στο άρθρο 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 περιορίζονται οι εν λόγω όροι και εξετάζεται αν τα μη βεβαρημένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη και τα ετήσια εισοδήματά του, δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετήσιων εύλογων δαπανών διαβίωσης ή αν είναι υψηλότερο, το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4987/2022, Α’ 190). Και στην περίπτωση του άρθρου 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 η αίτηση απορρίπτεται (σελ. 266 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4738/2020, Περάκη «Πτωχευτικό Δίκαιο», έκδοση 2021, παρ. 16, περ. XI, σελ. 158 – 159, Ψυχομάνη «Πτωχευτικό Δίκαιο», έκδοση 2021, παρ. 1984, σελ. 523, Ολυμπίου «Η πρακτική διάσταση της υπηρεσίας του εισηγητή πτωχεύσεων μικρών και λοιπών οντοτήτων», σελ. 113, https://www.esdi.gr/nex/ images/stories/pdf/ epimorfosi/2021/olympiou_2021.pdf). Ξενίζει ωστόσο και είναι ιδιαίτερα άστοχη νομοτεχνικά η διατύπωση του άρθρου 178 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, η οποία ορίζει ότι στην περίπτωση εφαρμογής του δεν διορίζεται σύνδικος, ο οποίος προφανώς και δεν διορίζεται, καθώς η πτώχευση δεν κηρύσσεται λόγω απόρριψης της αίτησης πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού. Ωστόσο η ανωτέρω διάταξη, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 81 του Ν. 5072/2023 (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α’ 198/04.12.2023) και ισχύει, ορίζει πλέον ότι στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213, προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρισης της παρ. 4 του άρθρου 77.
II. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1 εδ. γ’ και 177 του Ν. 4738/2020, ορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση άσκησης παρέμβασης από τον πιστωτή του αιτούντος, στη δίκη που ανοίγεται με αίτηση του οφειλέτη κατά την απλοποιημένη διαδικασία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020 η παρέμβαση, που έχει ως αίτημα την απόρριψη της αίτησης περί κήρυξης σε πτώχευση, κρίνεται κύρια. Στην περίπτωση αυτή ο πιστωτής αμφισβητεί την πλήρωση των (υποκειμενικών και αντικειμενικών) προϋποθέσεων για την κήρυξη της πτώχευσης. Ως τέτοια κρίνεται και εκείνη που ασκείται από τον πιστωτή για να αναδειχθεί η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 178 παρ.1 εδ. β του Ν. 4738/2020, ενόψει του ότι η επάρκεια ή όχι, κατά τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020, συνιστά αντικειμενική προϋπόθεση για την κήρυξη της πτώχευσης. Απόρριψη της αίτησης συντρέχει και στην περίπτωση που αυτή ασκείται καταχρηστικά, όταν δηλαδή ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό της δόλιας αποφυγής πληρωμών των χρεών του (άρθρο 80 παρ. 2 του Ν. 4738/2020), ισχυρισμός που δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη, αλλά προβάλλεται κατ’ ένσταση. Η άσκηση κύριας και πρόσθετης παρέμβασης ρυθμίζεται κατά παρέκκλιση από το γενικό μέρος και οι ρυθμίσεις των εδαφίων β’, γ’ και δ’ του άρθρου 130 του Ν. 4738/2020, τίθενται εκποδών ενόψει της ειδικότητας του άρθρου 177 του Ν. 4738/2020 (βλ. Π. Γιαννόπουλου, «Η απλοποιημένη διαδικασία πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου κατά το Ν. 4738/2020 – Δικονομικά ζητήματα και de lege ferenda προτάσεις», Αρμ 2021.1654). Οι παρεμβάσεις κατατίθενται με ηλεκτρονικά μέσα στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (177 παρ. 2 εδ. α’ του Ν. 4738/2020) μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την δημοσίευση της αίτησης πτώχευσης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (Η.Μ.Φ.) (βλ. Εισήγηση Β. Φούρκα στη Σχολή Δικαστών της 22.10.2021 με θέμα «Η απλοποιημένη διαδικασία των πτωχεύσεων μικρού αντικείμενου μετά τον Ν. 4738/2020»). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 εδ. β’ του Ν. 4738/2020, εφόσον ολοκληρωθεί εμπρόθεσμα η άσκηση παρέμβασης, η αίτηση κατατίθεται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή στο αρμόδιο πλέον Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρα 4 και 6 παρ. 1 περίπτωση κα’ του Ν. 5108/2024 «Ενοποίηση του πρώτου βαθμού Δικαιοδοσίας, Χωροταξική αναδιάρθρωση Πολιτικών – Ποινικών Δικαστηρίων»). Από τη διατύπωση του άρθρου 177 παρ. 2 εδ. β’ Ν. 4738/2020, διαφαίνεται ότι ο νομοθέτης υπολαμβάνει την άσκηση της κύριας παρέμβασης ολοκληρωμένη από το χρόνο και μόνο της ηλεκτρονικής υποβολής της (βλ. Π. Γιαννόπουλο, ο.π, σελ. 1659). Με την άσκηση παρέμβασης αφετηριάζουν προθεσμίες ενέργειας για τα μετέχοντα πρόσωπα, η άπρακτη πάροδος των οποίων, λόγω ακριβώς της νομικής τους φύσης, συνέχεται με έκπτωση από το δικαίωμα της επιχειρητέας πράξης, κατ’ άρθρο 151 ΚΠολΔ (βλ. Επιτροπή Ειρηνοδικών της ΕνΔΕ, «Η απλοποιημένη διαδικασία κήρυξης πτώχευσης μικρού αντικειμένου», Ιούνιος 2021, όπου παραπομπή σε Αργυριάδη Α. «Η προθεσμία του αρ. 237 παρ. 1 ΚΠολΔ για την κατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών εγγράφων», Αρμ. 2.202, σελ. 196 επ.). Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 3 και 4 του Ν. 4738/2020 εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, τα διάδικα μέρη οφείλουν να καταθέσουν ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου τις προτάσεις τους και το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων, ενώ μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας παρέχεται πρόσθετη προθεσμία πέντε (5) εργάσιμων ημερών σε όλα τα διάδικα μέρη για την κατάθεση τυχόν προσθήκης – αντίκρουσης. Επισημαίνεται πως κατά τη διάταξη αυτή, γίνεται λόγος για προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την «κατάθεση» της αίτησης. Η κατάθεση θα συμπίπτει κατά κανόνα με τη δημοσιοποίηση της αίτησης πτώχευσης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (Η.Μ.Φ.). Σε περίπτωση που η δημοσιοποίηση έπεται της κατάθεσης, τότε ως αφετήριο σημείο θα ληφθεί η μεταγενέστερη ημερομηνία της δημοσιοποίησης της αίτησης στο Η.Μ.Φ. (βλ. Β. Φούρκα, Εισήγηση στη Σχολή Δικαστών της 22.10.2021 με θέμα «Η απλοποιημένη διαδικασία των πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου μετά τον Ν. 4738/2020»), [βλ. για τα ανωτέρω ΜΠρΘεσσαλ(Εκούσια) 20953/2024, δημ. στη Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ].
Με την υπό κρίση αίτηση περί κήρυξης πτώχευσης, ο αιτών επικαλείται ότι είναι φυσικό πρόσωπο, διαθέτει ακίνητη περιουσία και έχει παύσει κατά τρόπο γενικό και μόνιμο να εξυπηρετεί τις χρηματικές οφειλές του προς τους αναφερόμενους στην αίτηση πιστωτές του. Ενόψει τούτων ζητά να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δη με την απλοποιημένη διαδικασία πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου, να οριστεί εισηγητής Δικαστής και σύνδικος της πτώχευσης ο προτεινόμενος από αυτόν, να διαταχθεί η καταχώρηση της παρούσας απόφασης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας, άλλως και για την περίπτωση που κριθεί η ανεπάρκεια των στοιχείων της περιουσίας του, να διαταχθεί η απευθείας καταχώρηση του ονόματος του στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας και να επέλθουν στο πρόσωπό του οι συνέπειες του άρθρου 77 παρ. 4 του Ν. 4738/2020 και του άρθρου 192 παρ. 1 του Ν. 4738/2020, καθώς και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη και η αμοιβή της πληρεξούσιας Δικηγόρου του, σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου για την εκδίκασή της, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 177 Ν. 4738/2020, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 172 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Ν. 4738/2020, καθώς και τις διατάξεις της Εκούσιας Δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται συμπληρωματικά, αφού ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο και πληροί τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας, δοθέντος ότι η αξία του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή προεπισκόπηση των προσκομιζόμενων εγγράφων, δεν ξεπερνά το ποσό των 450.000,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι εν προκειμένω η «Α’» αίτηση δημοσιοποιήθηκε στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας την ……….2025, ενώ ακολούθως ασκήθηκε η «υπό στοιχείο «Β’» κύρια παρέμβαση από το κυρίως παρεμβαίνον εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ανωτέρω δημοσιοποίηση της αίτησης, δια της κατάθεσής της στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις ……..2025, η οποία εν συνεχεία επιδόθηκε στον αιτούντα – καθ’ ου η «Β’» κύρια παρέμβαση, στις …….2025, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/……2025 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, ………….. Ενόψει της άσκησης της προαναφερθείσας «Β’» κύριας παρέμβασης, εφαρμοστέα τυγχάνει η θεσπιζόμενη στο άρθρο 177 του Ν. 4738/2020 διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας για την προσήκουσα δικονομική παρουσία του διαδίκου στη δίκη, απαιτείται η κατάθεση προτάσεων στην τασσόμενη στη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 3 Ν. 4738/2020 προθεσμία των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, που στην προκειμένη περίπτωση άρχιζε στις …….2025 (ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και δημοσιοποίησης αυτής στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας) και έληγε στις ………2025, υποχρέωση που τήρησαν όλοι οι διάδικοι, δεδομένου ότι ο αιτών της «Α’» αίτησης κατέθεσε εμπρόθεσμα την ……2025 τις από …….2025 προτάσεις του, το δε κυρίως παρεμβαίνον της «Β’» κύριας παρέμβασης κατέθεσε εμπρόθεσμα την ……..2025 τις από …….2025 προτάσεις του. Ακολούθως, η υπό κρίση αίτηση (υπό στοιχείο «Α’») παραδεκτά υποβλήθηκε ενόψει του ότι συνυποβλήθηκαν από τον αιτούντα τα έγγραφα που απαιτούνται επί ποινή απαραδέκτου κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 2 εδ. α’ και 174 παρ. 2 εδ. α’ του Ν. 4738/2020, ήτοι: α) η τελευταία διαθέσιμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος δηλαδή του φορολογικού έτους 2024, καθώς και το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα β) η κατάσταση φορολογικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (Ε3) φορολογικού έτους 2024, καθώς ο αιτών δηλώνει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα γ) η βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης (Ε9), όπως έχει δηλωθεί την 01η.01.2026 γ) το υπ’ αριθ. ………/……2025 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσού 250,00 ευρώ, για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης. Επίσης, η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από: δ) την υπ’ αριθ. πρωτ. ……./…….2025 βεβαίωση των χρεών του αιτούντος προς την «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ», που εκδόθηκε από το Τμήμα Δικαστικού και Νομικής Υποστήριξης της ……… ε) τον από ……2025 πίνακα χρεών του αιτούντος προς τον «ΕΝΙΑΙΟ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)» και στ) κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του αιτούντος. Ακόμη, η κρινόμενη αίτηση τυγχάνει πλήρως ορισμένη, καθώς αναγράφονται σε αυτή τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 3 Ν. 4738/2020 στοιχεία, ήτοι περιγράφονται ρητά οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις για να κηρυχθεί ο αιτών σε πτώχευση, είναι δε νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 76, 77 παρ. 1, 4, 78 παρ.2, 89, 137 παρ.1, 172, 173, 174, 176, 177 και 178 του Ν. 4738/2020. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη «Α’» αίτηση να εξεταστεί περαιτέρω για να κριθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι προκαταβλήθηκαν οι εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 από τον αιτούντα της «Α’» αίτησης (βλ. το με αριθμό ………/…….2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου ……..), ενώ απαλλάσσεται το κυρίως παρεμβαίνον της «Β’» κύριας παρέμβασης, «……….» από την υποχρέωση καταβολής των ανωτέρω τελών συζήτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 στοιχείο γ’ του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 31 του Α.Ν. 427/1945 «περί Κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων» (Φ.Ε.Κ. Α’ 165/28.06.1945).
Περαιτέρω, με την υπό στοιχείο «Β’» κύρια παρέμβαση, το παρεμβαίνον «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ», όπως νόμιμα εκπροσωπείται, επικαλούμενο έννομο συμφέρον ισχυρίζεται ότι διατηρεί απαίτηση εναντίον του αιτούντος και αιτείται να απορριφθεί η αίτηση πτώχευσης που εκείνος άσκησε: 1) διότι ο αιτών δεν αποτελεί πολύ μικρή οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 77 παρ. 2 του Ν. 4738/2020 και 2 παρ. 2 του Ν. 4308/2014, δυνάμενη να υπαχθεί στη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου των άρθρων 173 επ. του Ν. 4738/2020, καθώς, είναι μεν άνεργος, αλλά διατηρούσε μέχρι την ……..2024 ατομική επιχείρηση εστίασης στα ……. και 2) διότι καταχρηστικά αιτείται την κήρυξή του σε πτώχευση, καθώς μοναδικός σκοπός του είναι η πλήρης απαλλαγή από τις οφειλές του, δεδομένου ότι υποβλήθηκε η υπό κρίση «Α’» αίτηση λίγους μήνες μετά την βεβαίωση φόρων την …………2024, κατόπιν ολοκλήρωσης του φορολογικού ελέγχου προηγούμενων χρήσεων. Τέλος, το κυρίως παρεμβαίνον ζητά να επιδικασθεί αποζημίωση σε βάρος του αιτούντος – καθ’ ου η κύρια παρέμβαση, λόγω καταχρηστικής άσκησης της αίτησης πτώχευσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 2 και 3 του Ν. 4738/2020, καθώς και να καταδικασθεί ο αιτών στη δικαστική του δαπάνη, άλλως να συμψηφιστεί αυτή.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση «Β’» κύρια παρέμβαση παραδεκτώς φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο εκκρεμεί η υπό κρίση «Α’» αίτηση πτώχευσης του αιτούντος – καθ’ ου η «Β’» κύρια παρέμβαση και το οποίο, κατά συνέπεια, είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον για να τη δικάσει (άρθρο 177 του Ν. 4738/2020 και άρθρα 31, 79 και 741 του ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας και δη σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της απλοποιημένης διαδικασίας πτώχευσης μικρού αντικειμένου (άρθρα 78 παρ. 2 και 177 του Ν. 4738/2020). Επίσης, έχει ασκηθεί παραδεκτά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 του ΚΠολΔ και των άρθρων 77, 78, 79, 80 παρ. 1 και παρ. 2, 172, 177 του Ν. 4738/2020, εντός της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 1 του ιδίου Νόμου (σε συνδυασμό με το άρθρο 177 παρ. 1 και 2 αυτού) προθεσμίας των τριάντα (30) ημέρων από τη δημοσιοποίηση στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (Η.Μ.Φ.) της συνεκδικαζόμενης αίτησης πτώχευσης. Συγκεκριμένα, η ως άνω αίτηση δημοσιοποιήθηκε στις …….2025 στο Η.Μ.Φ. και στις …….2025 δημοσιοποιήθηκε στο Η.Μ.Φ. η από ………2025 κρινόμενη κύρια παρέμβαση υπό στοιχείο «Β’», η οποία ακολούθως, στις …….2025 κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε αυτή στον αιτούντα – καθ’ ου η κύρια παρέμβαση στις …….2025, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……./……2025 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, ……….. Επιπλέον, κατόπιν της άσκησής της, το κυρίως παρεμβαίνον της «Β’» κύριας παρέμβασης προκατέθεσε εμπρόθεσμα τις από ……2025 προτάσεις του (άρθρο 177 παρ. 3 του Ν. 4738/2020) εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση – δημοσιοποίηση της αίτησης πτώχευσης, ήτοι στις …..2025 (βλ. σχετική επισημείωση της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου, ……… και σφραγίδα τούτου επί των προτάσεων του κυρίως παρεμβαίνοντος). Ακολούθως, η υπό κρίση «Β’» κύρια παρέμβαση είναι μεν ορισμένη, πλην όμως άπαντες οι λόγοι αυτής κρίνονται απορριπτέοι. Καταρχάς, ο υπό στοιχείο «1» ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο αιτών δεν αποτελεί πολύ μικρή οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 77 παρ. 2 του Ν. 4738/2020 και 2 παρ. 2 του Ν. 4308/2014, δυνάμενος να υπαχθεί στη διαδικασία πτώχευσης μικρού αντικειμένου των άρθρων 173 επ. του Ν. 4738/2020, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, άνεργος και πληροί τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας, δοθέντος ότι διαθέτει μεν ακίνητη περιουσία, αλλά η αξία του συνόλου των περιουσιακών του στοιχείων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή προεπισκόπηση των προσκομιζόμενών εγγράφων, δεν ξεπερνά το ποσό των 450.000,00 ευρώ, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014. Ως προς τα άλλα δύο κριτήρια που θέτει η διάταξη αυτή για το χαρακτηρισμό της πολύ μικρής οντότητας, δηλαδή τα κριτήρια του καθαρού ύψους του κύκλου εργασιών, καθώς και του αριθμού των απασχολούμενων ατόμων, αρμόζουν μόνο στα νομικά πρόσωπα καθώς και τις ατομικές επιχειρήσεις, συνθήκη που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Συνεπώς τα δύο αυτά κριτήρια πρέπει να αποκλειστούν στα φυσικά πρόσωπα που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού δεν αρμόζουν σ’ αυτά και να περιοριστεί ο χαρακτηρισμός τους ως πολύ μικρής οντότητας με τη συνδρομή ενός μόνο κριτηρίου αυτού της αξίας του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων (βλ. και τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο «I»). Ομοίως απορριπτέος ως μη νόμιμος κρίνεται ο υπό στοιχείο «2» ισχυρισμός περί δόλιας αποφυγής αποπληρωμής των χρεών του αιτούντος, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 2 του Ν. 4738/2020 καταχρηστική είναι η αίτηση ιδίως εάν ο πιστωτής την χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και αν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του. Υπό τα δεδομένα αυτά η πτώχευση δεν αποτελεί επικουρικό βοήθημα, υπό την έννοια ότι ο αιτών-οφειλέτης οφείλει να ασκεί αυτή, αφού έχει καταφύγει πρώτα σε άλλα μέτρα εξυπηρέτησης των οφειλών του. Αντιθέτως, έχει τις δικές της προϋποθέσεις και συνεπώς, εφόσον αυτές συντρέχουν, θα επέλθει, έστω κι αν ο οφειλέτης δεν επιδίωξε άλλους τρόπους εξεύρεσης ρύθμισης των οφειλών του με σκοπό την (μερική /ολική) ικανοποίηση των πιστωτών. Συνεπώς, αποτελεί όχι μόνο υποχρέωση του οφειλέτη, αλλά και δικαίωμά του να επιλέξει να υπαχθεί στη διαδικασία αυτή (Ευαγ. Περάκης σε ΠτΔ, Νομική Βιβλιοθήκη, 4ηέκδοση, σελ. 186) και δεν μπορεί να λογίζεται καταχρηστική η υποβολή αίτησης, επειδή δεν επιδιώχθηκε από εκείνον η προγενέστερη ρύθμιση των οφειλών του ή επειδή η υποβολή αίτησης με τον παρόν νομοθετικό πλαίσιο θεωρήθηκε από τον ίδιο ως πιο συμφέρουσα. Εξάλλου, ο Ν. 4738/2020 επιδιώκει να παρέχει μια δεύτερη ευκαιρία σε οφειλέτες και συνεπώς δεν μπορεί να λειτουργεί τιμωρητικά εις βάρος εκείνων, που μέχρι την ισχύ του, δεν επιδίωξαν με προγενέστερα ισχύοντα νομοθετικά κείμενα να ρυθμίσουν τις μη εξυπηρετούμενες οφειλές τους, αλλά επέλεξαν να το πραγματοποιήσουν με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Επομένως, η ένδικη υπό στοιχείο «Β’» κύρια παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της για τους ανωτέρω λόγους.
Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, από όλα τα έγγραφα, που αφενός υποβλήθηκαν από τον αιτούντα ηλεκτρονικά μαζί με την υπό κρίση αίτηση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας και προσκομίσθηκαν προαποδεικτικά στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, αφετέρου των νομίμως προσκομιζόμενων εγγράφων, μερικών εκ των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση κανενός από αυτά, αξιολογούμενα στα πλαίσια της αρχής της ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος που ισχύουν στη προκειμένη διαδικασία (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ), από τις άμεσες και έμμεσες ομολογίες που συνάγονται αφενός από τους περιεχόμενους στην ένδικη αίτηση και στις έγγραφες προτάσεις ισχυρισμούς του αιτούντος, για τις οποίες θα γίνει ρητή μνεία κατωτέρω και αφετέρου από τους προβαλλόμενους από το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρισμούς (άρθρα 741 και 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρα 741 και 336 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών, ηλικίας …… ετών (γεννηθείς την ………), είναι έγγαμος και άνεργος, εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του «Ο.Α.Ε.Δ.» (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. ……../…..2025 βεβαίωση του «Ο.Α.Ε.Δ.»), αλλά μη δικαιούχος του επιδόματος ανεργίας. Παλαιότερα και συγκεκριμένα από το έτος 2018 έως το έτος 2024 διατηρούσε ατομική επιχείρηση εστίασης με αντικείμενο κύριας δραστηριότητας τις «υπηρεσίες παροχής γευμάτων και ποτών από σνακ μπαρ, ουζερί, καφέ, ουζερί, μεζεδοπωλείο, τσιπουράδικο, ζυθοπωλείο, καφέ – μπαρ, καφετέρια, χωρίς παροχή καθίσματος» (κωδικός 56101908), και αντικείμενο δευτερεύουσας δραστηριότητας τις «υπηρεσίες παροχής γευμάτων και ποτών από σνακ μπαρ, ουζερί, καφέ, ουζερί, μεζεδοπωλείο, τσιπουράδικο, ζυθοπωλείο, με παροχή καθίσματος αλλά όχι σερβιρίσματος» (κωδικός 56101304). Στις ……05.2024 ο αιτών προέβη στη διακοπή εργασιών της ως άνω ατομικής του επιχείρησης στην «Α.Α.Δ.Ε.» (βλ. την από …..05.2024 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία με α.α. δήλωσης …../….05.2024). Το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος για το φορολογικό έτος 2024 ανέρχεται στα 38.988,65 ευρώ, που αποτελούν τα καθαρά κέρδη από την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας (βλ. δήλωση φορολογίας φυσικού προσώπου «Ε-1» φορολογικού έτους 2024, σε συνδυασμό με την κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογικού έτους 2024). Αποδείχθηκε επίσης ότι τον Απρίλιο του 2024, ο αιτών είχε προσπαθήσει να ρυθμίσει τις οφειλές του μέσω της πλατφόρμας του εξωδικαστικού μηχανισμού, πλην όμως τήρησε την ρύθμιση για μόλις τρεις (3) μήνες, καταβάλλοντας μηνιαίες δόσεις μόνο για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2024 και κατά συνέπεια απώλεσε την ρύθμιση, έκτοτε δε, αδυνατεί να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του για διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών οφείλει: α) το συνολικό ποσό των 493.237,90 ευρώ προς την «………………» [βλ. την προσαγόμενη και συνυποβαλλόμενη με την κρινόμενη «Α’» αίτηση, υπ’ αριθ. πρωτ. ..…./…..2025 βεβαίωση οφειλών του αιτούντος, που εκδόθηκε από την ………….] β) το ποσό των 40.057,43 ευρώ προς τον «………..» (βλ. από ……..2025 πίνακα χρεών του αιτούντος προς τον «……..») γ) το ποσό των 16.804,57 ευρώ προς την εταιρεία διαχείρισης με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «…….», η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής, επί της οδού …….. με αριθ. …. και …….., με Α.Φ.Μ. ………. και αριθ. ΓΕΜΗ ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα με την ιδιότητα της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια της απαίτησης αυτής, της οποίας δικαιούχος τυγχάνει η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………..» (βλ. προσαγόμενη από …….2025 εξώδικη δήλωση – καταγγελία – πρόσκληση της ανωτέρω Τράπεζας, που επιδόθηκε στον αιτούντα στις …….2025 από την Δικαστική επιμελήτρια του Εφετείου Ιωαννίνων με έδρα στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, …………) δ) το ποσό των 4.000,00 ευρώ προς το «……….» ε) το ποσό των 10.763,87 ευρώ προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στα …………, επί της συμβολής των οδών …………. και ………….. με αριθ. …… στ) το ποσό των 800,00 ευρώ στην «…………», που εδρεύει στο …….. Αττικής επί των οδών ………….. με αριθμό …… και …….. με αριθμό ……….. ζ) το ποσό των 500,00 ευρώ στην «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……………. με αριθμό …… και η) το ποσό των 1.200,00 ευρώ στην «………..» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………… με αριθμό ……….. Σημειώνεται ότι όλα τα ανωτέρω ποσά ομολογεί ο αιτών ότι τα οφείλει προς τους ανωτέρω πιστωτές του, τόσο στην υπό κρίση αίτησή του, όσο και στην συνυποβαλλόμενη με την κρινόμενη «Α’» αίτηση κατάσταση των πιστωτών του. Συνεπώς, ο αιτών οφείλει το συνολικό ποσό των 567.363,77 ευρώ [ήτοι 493.237,90 ευρώ («……….») + 40.057,43 ευρώ («……..») + 16.804,57 ευρώ + 4.000,00 ευρώ + 10.763,87 ευρώ + 800,00 ευρώ + 500,00 ευρώ + 1.200,00 ευρώ = 567.363,77 ευρώ]. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο αιτών έχει ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας του υπ’ αριθ. ………. οικοπέδου, εμβαδού …….. τ.μ., που βρίσκεται στη Τοπική Κοινότητα …………. της Δημοτικής Ενότητας ………….. του Δήμου Ιωαννιτών, επί του οποίου υφίσταται παλαιά, ακατοίκητη, ετοιμόρροπη, πετρόκτιστη ισόγεια οικία, επιφάνειας ……….. τ.μ., έτους κατασκευής …………., περιήλθε δε στον αιτούντα με την υπ’ αριθ. ………../……… συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων, …………… Η αξία του ποσοστού 25% πλήρους κυριότητας του αιτούντος επί του ακινήτου αυτού βάσει του «ΕΝ.Φ.Ι.Α.» του έτους 2025 είναι 1.761,30 ευρώ, ενώ δεν υπάρχει εγγεγραμμένο εμπράγματο βάρος επί αυτού (βλ. προσαγόμενο υπ’ αριθ. ……../…..2025 πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου Ηπείρου). Επιπλέον, ο αιτών έχει την κυριότητα: α) του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ………….. αυτοκινήτου Ι.Χ.Ε., εργοστασίου κατασκευής «……..», τύπου ………..», κυβισμού ……… κ.εκ., με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας ………., αξίας 9.000 ευρώ β) του με αριθμό κυκλοφορίας …………. δίκυκλου μοτοποδηλάτου, εργοστασίου κατασκευής «………», τύπου «……..», με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας ………., αξίας 500,00 ευρώ και γ) του με αριθμό κυκλοφορίας ……… δίκυκλου μοτοποδηλάτου, εργοστασίου κατασκευής «……..», τύπου «……….», με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας …………, αξίας 950,00 ευρώ (βλ. προσαγόμενες άδειες κυκλοφορίες των ανωτέρω οχημάτων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας Ηπείρου, με αριθμούς εγγράφων ……….., ……… και …………). Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων, συνάγεται ότι ο αιτών, όντας άνεργος και μη διαθέτοντας εισόδημα, δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές του υποχρεώσεις και έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ήτοι σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών του, η οποία μάλιστα τεκμαίρεται (άρθρο 176 Ν. 4738/2020), διότι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων χρεών του υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ και έχει παύσει να τις εξυπηρετεί για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, όπως προκύπτει από το σύνολο των προσκομιζόμενων εγγράφων. Από τα ανωτέρω λοιπόν προκύπτει ότι ο αιτών οφειλέτης πληροί τα κριτήρια προσδιορισμού της «πολύ μικρής οντότητας», δεδομένου ότι ο νόμος αρκείται στην πλήρωση τουλάχιστον δυο κριτηρίων εξ αυτών (άρθρα 78 παρ. 2 του ΝΠτωχΚ και 2 παρ. 2 του ν. 4308/2014). Ειδικότερα, προκύπτει ότι: α) το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του αιτούντος οφειλέτη (περιουσιακά στοιχεία) ανέρχεται στα 12.211,30 ευρώ (ήτοι 1.761,30 ευρώ η ακίνητη περιουσία του και 10.450,00 ευρώ η αξία των οχημάτων του = 12.211,30 ευρώ), ήτοι δεν υπερβαίνει το όριο των 450.000,00 ευρώ (πρώτο κριτήριο), όπως η αξία αυτή λογίζεται ως η φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) σύμφωνα με το Ν. 4223/2013 και όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου (άρθρο 11 του Ν. 4738/2020) και β) το καθαρό ύψος των εισοδημάτων του αιτούντος δεν υπερβαίνει το όριο των 900.000,00 ευρώ (δεύτερο κριτήριο). Συνεπώς, εμπίπτει στην κατηγορία της «πολύ μικρής οντότητας» και κατ’ επέκταση στην κατηγορία της απλοποιημένης διαδικασίας πτωχεύσεων μικρού αντικειμένου. Πιθανολογείται όμως, ότι δεν θα καταστεί δυνατή η ρευστοποίηση των μη βεβαρημένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, συνιστάμενων στο ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας του ανωτέρω οικοπέδου, κείμενου στη Τοπική Κοινότητα ………… της Δημοτικής Ενότητας ………. του Δήμου Ιωαννιτών και δη εντός χρόνου πρόσφορου, για να καλύψει με επάρκεια τις εν τω μεταξύ (μέχρι την ρευστοποίηση) γενόμενες διαδικαστικές δαπάνες. Τούτο διότι τόσο το ανωτέρω ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του ακινήτου δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των ανωτέρω οφειλών του αιτούντος, λαμβανομένων υπόψη του είδους του ακινήτου και της θέσης του, του μικρού ποσοστού συγκυριότητας του αιτούντος σε αυτό, της πολύ μικρής του εμπορικής αξίας ύψους μόλις 1.761,30 ευρώ και της μεγάλης πτώσης στην αγορά ακινήτων την τρέχουσα περίοδο, καθώς και των αναγκαίων εξόδων για την περαίωση της διαδικασίας της πτώχευσης. Παράλληλα, πιθανολογείται ότι δεν θα καταστεί δυνατή η ρευστοποίηση ούτε των ως άνω οχημάτων του αιτούντος, ήτοι του αυτοκινήτου Ι.Χ.Ε. και των δύο δίκυκλων μοτοποδηλάτων, κυριότητάς του, και δη εντός χρόνου πρόσφορου, για να καλύψει με επάρκεια τις εν τω μεταξύ (μέχρι την ρευστοποίηση) γενόμενες διαδικαστικές δαπάνες, ενόψει της μικρής εμπορικής τους αξίας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Εξάλλου, τα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος δεν υπερβαίνουν το ποσό των ετήσιων ευλογών δαπανών διαβίωσης, ούτε το δωδεκαπλάσιο του ακατάσχετου της παρ. 2 του άρθρου 33 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν. 4987/2022, Α’ 190). Ενόψει τούτων και σε συνάρτηση με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη της παρούσας υπό στοιχείο «I», πιθανολογείται ότι λόγω ανεπάρκειας περιουσίας, ο αιτών αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση, καθώς δεν πληροί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις του άρθρου 77 παρ. 4, σε συνδυασμό με τα άρθρα 78 παρ. 2 εδάφιο δ’ και 178 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 4738/2020.
Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αίτηση (υπό στοιχείο «Α’») και κύρια παρέμβαση (υπό στοιχείο «Β’»), καθώς δεν συντρέχει περίπτωση κήρυξης πτώχευσης, ούτε διορισμού εισηγητή από το παρόν Δικαστήριο, παρά μόνο καταχώριση του ονόματος του αιτούντος στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας κατά το άρθρο 77 παρ. 4 τελευταίο εδάφιο του Ν. 4738/2020, με την επιμέλεια του αιτούντος ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 84 παρ. 1-2 του Ν. 4738/2020), παράλληλα δε πρέπει να ορισθεί ως ημερομηνία παύσης των πληρωμών η ………. Δεκεμβρίου 2024 (άρθρα 77 παρ. 4 τελευταίο εδάφιο και 81 παρ. 2 εδ. β’ του Ν. 4738/2020). Περαιτέρω, το ποσό των 250,00 ευρώ που αντιστοιχεί στο επισυναπτόμενο με αριθμό ……/……..2025 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, πρέπει να επιστραφεί στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 8 τελευταίο εδάφιο του Ν. 4738/2020, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Παράβολο ερημοδικίας δεν ορίζεται, διότι η παρούσα απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 764 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ ούτε δικαστικά έξοδα επιδικάζονται, ενόψει της απόρριψης της αίτησης και της κύριας παρέμβασης. Σημειώνεται ότι οι πτωχευτικές διαφορές που παραπέμπονται για λόγους σκοπιμότητας προς εκδίκαση στην Εκούσια Δικαιοδοσία, θεωρούνται μη γνήσιες υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής σε αυτές της διάταξης του άρθρου 746 ΚΠολΔ, αλλά των γενικών διατάξεων των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ, λόγω του στοιχείου της αντιδικίας που εμφιλοχωρεί [ΜΠρΘεσσαλ(Εκούσια) 20953/2024 και ΠΠρΑΘ 49/2015, δημοσιευμένες στη Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) την από ………2025 (με αριθμό ηλεκτρονικής αίτησης ……… και με αριθμούς πράξης κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ. ……/…….2025 και Ε.Α.Κ. …./……2025 της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου) αίτηση, ερήμην του αιτούντος και Β) την από …..2025 (με Γ.Α.Κ. …../.2025 και Ε.Α.Κ. ……/…..2025 της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου) κύρια παρέμβαση, με παρόν το κυρίως παρεμβαίνον και ερήμην του καθ’ ου η κύρια παρέμβαση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση (υπό στοιχείο «Α’»).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κύρια παρέμβαση (υπό στοιχείο «Β’»).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την άμεση δημοσίευση της παρούσας απόφασης και την άμεση καταχώρηση του ονόματος του ως άνω αιτούντος – οφειλέτη, Μ.Π. του ……., κατοίκου Ιωαννίνων επί της οδού ………. με αριθμό ….., με Α.Φ.Μ. ………, στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 του ΝΠτωχΚ, με την επιμέλεια του αιτούντος ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.
ΟΡΙΖΕΙ ημερομηνία παύσης των πληρωμών την … Δεκεμβρίου 2024.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αιτούντα του υπ’ αριθ. ……./…….2025 Γραμματίου Σύστασης Παρακαταθήκης ποσού διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στα Ιωάννινα, στις ……. 2026, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους και της Δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεωργίος Λάζαρος Σωτηρία Μπόζιου
