ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ – ΑΠΟΦΑΣΗ 269/2025

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΠΑΡΟΥ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 
269/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ
(ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΠΑΡΟΥ)

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Κωνσταντίνα Λιανού Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Σύρου Πρόεδρος Πρωτοδικών και τη Γραμματέα, Μαρία Καλαργύρου

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας: Α. Α του Ν κατοίκου ………… Πάρου, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της ………….. (ΑΜΔΣΑ ………….) και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ’ ης: Της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία “…………………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ” [……………. ΑΝΩΝΥΜΗ ETAIΡEIA ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ  ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ] και το διακριτικό τίτλο “………… Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.”, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, ………………… αρ. ………, με ΑΦΜ ………… και με αρ. ΓΕΜΗ ………………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της …………….. (ΑΜΔΣΑ ………….) και κατέθεσε προτάσεις, η οποία ενεργεί εν προκειμένω δυνάμει της από ………….. σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……………..”, με έδρα στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, …………, ………… όροφος, ………….., με αριθμό μητρώου …………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται και η οποία ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, κατέστη ειδική διάδοχος της “……………”, πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί στην Ελλάδα κι εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… αρ. ….., με ΑΦΜ ……….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, δυνάμει της από ………….. σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν. 3156/2003.

Η ανακόπτουσα ζητά να γίνει δεκτή η από ….07.2025 ανακοπή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις ….07.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ανακοπής ………/2025 και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αφού η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση ανακοπή, η ανακόπτουσα ζητά για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους: α) να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. ……../2023 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, β) να ακυρωθεί η από ………06.2025 επιταγή προς πληρωμή επί του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και γ) να καταδικασθεί η καθ’ ης στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Η ένδικη ανακοπή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου (άρθρ. 584, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2 και 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ., 632 παρ. 2 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η κρινόμενη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 15 εργασίμων ημερών από την νέα επίδοση, αφού η διαταγή πληρωμής μετά της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις …….06.2025, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αιγαίου ………… ………… επί της προσκομιζόμενης μετ’ επικλήσεως από την ανακόπτουσα διαταγή πληρωμής μετά της σχετικής επιταγής προς πληρωμή και η κρινόμενη ανακοπή επιδόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή στις …..07.2025, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την ανακόπτουσα με αριθμό ……../……07.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………… …………….. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη ανακοπή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό, το ορισμένο και η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.

Κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 1 Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχόμενη εις ποσοστό ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τράπεζας ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αυτή οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθείσων εισφορών». Από τη διάταξη αυτή ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς, που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου, στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη, και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή, και μόνον αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του ως άνω άρθρου, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 ΑΚ. ούτε σε άλλο απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων. Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την έναρξη της ισχύος του Ν. 128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια – πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 Ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα, που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικά, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 Ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δίκαιου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β Ν. 3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπίζονταν τέτοιες εξαιρέσεις, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 128/1975 ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων – χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1993 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 12 επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και στην επιβολή «Ειδικών εισφορών» και η εισφορά του Ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη μπορεί, συνεπώς, να ελεγχθεί μόνον από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 999/2019, 368/2019, ΑΠ 430/2005, ΜονΕφΘεσ 2277/2017, 1224/2017, 473/2017 ΤΝΠ Νόμος). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/75, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 669/2020 ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον, αφού η μετακύλιση της ως άνω εισφοράς στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, καθιστάμενη μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν. 2601/1998 (ΑΠ 669/2020, ΜονΕφΘεσ 2277/2017, ΜονΕφΘεσ 1224/2017 ό.π.).

Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, την έρευνα του οποίου παραδεκτώς προτάσσει το Δικαστήριο, μη δεσμευόμενο από τη σειρά προτεραιότητας με την οποία εκτίθενται στο δικόγραφο οι λόγοι της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και κατ’ επέκταση η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή πρέπει να ακυρωθούν ως εκδοθείσα παρανόμως, διότι περιλαμβάνεται στη δανειακή σύμβαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε όρος περί εισφοράς του Ν. 128/1975, ο οποίος είναι παράνομος και ως εκ τούτου άκυρος, διότι η πιστώτρια Τράπεζα παρανόμως προέβη σε μετακύλιση προς την ίδια της προβλεπόμενης από το ν. 128/1975 εισφοράς, καθότι σύμφωνα με τον νόμο η εν λόγω εισφορά βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους πιστολήπτες και συνιστά επί της ουσίας φόρο, ενέργεια, που, για τον ανωτέρω λόγο, απαγορεύεται, ενώ παράνομος περαιτέρω είναι και ο ανατοκισμός αυτής. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσβάλλεται με αυτόν συγκεκριμένο κονδύλια παρά μόνον προτείνεται μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της μετακύλισης της εισφοράς του ν. 128/1975 στην ίδια ως δανειολήπτρια και του αντίστοιχου ανατοκισμού. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στην πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτής και της πιστοδότριας Τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής, είναι σύννομος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 με την οποία καθορίζονται μεν, ως υπόχρεοι για την καταβολή της (εισφοράς), τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες, χωρίς όμως να απαγορεύεται από αυτή ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους και η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ’ άρθρο 174 ΑΚ αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια και μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Αναφορικά δε με την παράνομη κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό της εισφοράς αυτής, σημειώνεται ότι αφού η μετακύλισή της στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.2601/1998, εφόσον αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και ο συνυπολογισμός αυτής σε αυτό (επιτόκιο) δεν συνεπάγεται την υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου. Επομένως ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω, στον νόμο 4738/2020, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις με τους ν. 4821/2021, 5024/2023 και 5072/2023, ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 16: 1. Αν δεν υπογραφεί η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης, η διαδικασία θεωρείται περατωθείσα ως άκαρπη. Σε περίπτωση που τίθεται από αρμόδια υπηρεσία προθεσμία θεραπείας κατά την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 21, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται για δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες. Σε κάθε περίπτωση, εντός της προθεσμίας του παρόντος άρθρου, οι συμμετέχοντες πιστωτές, που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, έχουν τη δυνατότητα να απορρίψουν την αίτηση του οφειλέτη και να μην καταθέσουν πρόταση ρύθμισης. Με την κοινοποίηση της απόρριψης και της αιτιολογίας αυτής, η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης περαιώνεται άμεσα ως άκαρπη. Αν στην κατά τα ανωτέρω δίμηνη προθεσμία μεσολαβεί ο μήνας Αύγουστος, εφαρμόζεται αναλογικά η παρ. 2 του άρθρου 147 του Κώδικα Πολ. Δικονομίας (Α’ 182, π.δ. 503/1985) και το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται. 2. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία της παρ. 1, ιδίως λόγω διορθώσεων στην αίτηση ή λόγω χορήγησης παρατάσεων ή αναζήτησης συμπληρωματικών εγγράφων, πριν τη χορήγηση της πρότασης αναδιάρθρωσης, τα στοιχεία οφειλών της αίτησης του οφειλέτη για την εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών του αντλούνται εκ νέου και η αίτηση επικαιροποιείται με τις οφειλές που ισχύουν κατά την ημερομηνία της εκ νέου άντλησης.», « Άρθρο 18: Από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 16, αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη, καθώς και η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136) αναφορικά με τις οφειλές των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Εάν συντρέξει περίπτωση αναστολής της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, σύμφωνα με το άρθρο 16, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται στην αναστολή. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. Η αναστολή της παρούσας δεν καταλαμβάνει την διενέργεια πλειστηριασμού, ο οποίος έχει προγραμματισθεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη, καθώς και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης). Η αναστολή παύει με την τυχόν κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της απόφασης μη υποβολής πρότασης συμφωνίας αναδιάρθρωσης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπον απόρριψη της αίτησης.», « Άρθρο 19: 1. Με την επίτευξη σύμβασης αναδιάρθρωσης δεν επιτρέπεται σε καταλαμβανόμενο πιστωτή, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και αναστέλλονται αυτοδικαίως τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεως που ρυθμίσθηκε με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης για όλη τη διάρκειά της και υπό τον όρο τήρησής της. 2. Αν κατά τον χρόνο επίτευξης της σύμβασης αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το παρόν, εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για απαίτηση που ρυθμίστηκε, επισπευδόμενη από καταλαμβανόμενο πιστωτή, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη στα όργανα εκτέλεσης του πιστωτή της βεβαίωσης της περ. η ́ της παρ. 2 του άρθρου 71». Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων πρέπει να υφίσταται επί μακρύ χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 151/2016 ΤΝΠ Νόμος). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου).

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα ζητά να ακυρωθούν η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, ισχυριζόμενη ότι η καθ’ ης καταχρηστικά κατ’ άρθρο 281 ΑΚ προέβη στην έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της, διότι είχε ήδη ολοκληρώσει τη διαδικασία εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020, διαδικασία η οποία κατέληξε σε επιτυχή σύμβαση αναδιάρθωσης και το οποίο η καθ’ ης όχι μόνο γνώριζε, αλλά συμμετείχε και στην εν λόγω διαδικασία, δημιουργώντας κατά τον τρόπο αυτό στην ανακόπτουσα την εύλογη πεποίθηση ότι η καθ’ ης θα αναμείνει την περαίωση της ως άνω εξωδικαστικής διαδικασίας και δεν θα προβεί στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι ορισμένος, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της καθ’ ης, καθώς αναφέρει όλα όσα απαιτεί ο νόμος και νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνησθείσες διατάξεις και θα πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ……/2023 Διαταγή Πληρωμής του ως άνω Δικαστή, η οποία επιδόθηκε για πρώτη φορά στην ανακόπτουσα μετά της παρά πόδα αυτής από ……05.2023 επιταγής προς πληρωμή στις …..06.2023, όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθ. ………/……06.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αιγαίου ……….. ……….. Εν συνεχεία, η ως άνω διαταγή πληρωμής, μετά της παρά πόδα από ……06.2025 επιταγής προς πληρωμή, επιδόθηκε στην ανακόπτουσα για δεύτερη φορά στις ………06.2025, όπως αυτό προκύπτει από την υπ’ αριθ. ………/…….06.2025 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω επιμελητή. Στο ενδιάμεσο η ανακόπτουσα αιτήθηκε την υπαγωγή της στην πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020, προκειμένου να ρυθμίσει το σύνολο των οφειλών της, συμπεριλαμβανομένης της οφειλής της προς την καθ’ ης και η εν λόγω αίτηση έλαβε αριθμό αίτησης ……… και ημερομηνία οριστικής υποβολής την ……..06.2025 (βλ. τη σχετική βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους), ενώ τη σύμβαση αναδιάρθρωσης στην οποία κατέληξε η εν λόγω αίτηση, αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στις ……..07.2025, όπως δε συνομολογεί η καθ’ ης πλέον την εν λόγω σύμβαση αναδιάρθρωσης έχει υπογράψει και η ίδια και η περιλαμβανόμενη οφειλή της ανακόπτουσας έχει ρυθμιστεί. Εξάλλου, η καθ’ ης τυγχάνει ενέγγυα πιστώτρια της ανακόπτουσας, δεδομένου ότι έχει εγγραφεί υποθήκη υπέρ της αρχικής πιστώτριας ……………. ποσού 81.250,00 ευρώ επί ακινήτου της ανακόπτουσας, γεγονός που ουδόλως αμφισβητείται από την τελευταία. Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, ναι μεν από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας, αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά της ανακόπτουσας οφειλέτριας, πλην, όμως, η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης δεν καταλαμβάνει οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης), όπως εν προκειμένω, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή αποτελεί προπαρασκευαστική ενέργεια, η οποία διενεργήθηκε από την καθ’ ης για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού στο όνομα της οποίας ενεργεί η καθ’ ης και η οποία εταιρία ειδικού σκοπού τυγχάνει ενέγγυα πιστώτρια της ανακόπτουσας, κατά τα ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η καθ’ ης νομίμως επέδωσε για δεύτερη φορά την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μετά της παρά πόδα επιταγής προς πληρωμή στις ……06.2025, ήτοι μετά την οριστική υποβολή της αίτησης της ανακόπτουσας στον εξωδικαστικό μηχανισμό του ν. 4738/2020. Άλλωστε, τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν ώστε να έχει δημιουργηθεί στην ανακόπτουσα από τη συμπεριφορά της καθ’ ης και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος (καθ’ ης) δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του και ακολούθως να παρίσταται ως καταχρηστική η σε βάρος της αρξάμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Βέβαια, λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής και μέχρι τη συζήτηση αυτής η καθ’ ης συναίνεσε στην πρόταση ρύθμισης και επιτεύχθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης της οφειλής της ανακόπτουσας προς την καθ’ ης, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 4738/2020 κατά τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται στην καθ’ ης να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα μέτρω ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ανακόπτουσας για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της που ρυθμίσθηκε με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης για όλη τη διάρκειά της και υπό τον όρο τήρησής της. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι έχει ήδη ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία υπαγωγής της ανακόπτουσας στον εξωδικαστικό μηχανισμό του Ν. 4738/2020, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε, ούτε η καθ’ ης επικαλείται, απώλεια της ρύθμισης ως προς την ανακόπτουσα, που θα είχε ως αυτόθροη συνέπεια την αναβίωση των απαιτήσεων της καθ’ ης στο ύψος που αυτές ανέρχονταν προ της καταρτίσεως της σύμβασης αναδιάρθρωσης (άρθρο 27 παρ. 2 του Ν. 4738/2020). Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης αυτής και υπό τον όρο τήρησής της, όλα τα ένδικα βοηθήματα που έχουν ασκήσει οι ενεχόμενοι στην εν λόγω σύμβαση, όπως εν προκειμένω η υπό κρίση ανακοπή, καθίστανται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ένεκα και δυνάμει της σύμβασης αυτής, άνευ αντικειμένου και η ανακόπτουσα αναλαμβάνει ειδικότερα τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στην άνω σύμβαση. Επομένως, η συμμετοχή της ίδιας της καθ’ ης στην άνω διαδικασία, η οποία και ευοδώθηκε με την υπογραφή της από ……07.2025 σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών της ανακόπτουσας και η οποία (διαδικασία) αποσκοπεί στην ελάφρυνση του δανειακού βάρους της ως οφειλέτριας και αποτελεί το πρώτο ανάχωμα για την πρόληψη της οικονομικής αδυναμίας στην όλη προσπάθεια που καταβάλλεται προκειμένου να αντιμετωπισθεί το ζήτημα της υπερχρέωσης (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4738/2020), θα καθιστούσε την εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας μη ανεκτή, καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, πλην όμως κάτι τέτοιο ουδόλως συμβαίνει εν προκειμένω καθώς η καθ’ ης ουδεμία περαιτέρω ενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης έχει πραγματοποιήσει κατόπιν της υπογραφής της ως άνω συμβάσεως. Εξάλλου, η καθ’ ης, συμβληθείσα με την ανακόπτουσα στην ως άνω σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, υποδηλοί ότι αποφασίζει να διαχειριστεί την είσπραξη της απαίτησής της από την ανακόπτουσα με τον τρόπο που προβλέπεται στο Ν. 4738/2020 και εκδηλώνει την πρόθεσή της να περιφρουρήσει τα δικαιώματά της στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που της παρέχει ο Νόμος αυτός, ο οποίος, ως ήδη ελέχθη, προβλέπει την διασφάλιση των δικαιωμάτων της καθ’ ης πιστώτριας, για την περίπτωση που η ανακόπτουσα δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ρηθείσα σύμβαση αναδιάρθρωσης. Συνεπώς, η από ….06.2025 επιταγή προς πληρωμή που κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα παραμένει τυπικά έγκυρη, διότι εκδόθηκε νομίμως με βάση την υπ’ αριθ. ……./2023 διαταγή πληρωμής, η οποία ομοίως δεν έχει ακυρωθεί. Άλλωστε η ισχύς της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή δεν θίγεται από την υπογραφή της ως άνω σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Απλώς, η περαιτέρω εκτέλεση που στηρίζεται στην επιταγή αυτή έχει ανασταλεί αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης (…..07.2025) και για όσο διάστημα αυτή ισχύει. Συνεπώς, η αναστολή αυτή είναι προσωρινή και εξαρτάται από τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης. Δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησης ούτε ακύρωση του εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής), ο οποίος παραμένει έγκυρος και μπορεί να αποτελέσει τη βάση νέας εκτέλεσης σε περίπτωση λήξης ή καταγγελίας της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ανακοπής περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) κρίνεται κατά το παρόν στάδιο ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η κοινοποίηση της δεύτερης επιταγής έλαβε χώρα μετά την οριστικοποίηση της αίτησης, αλλά πριν την υπογραφή της σύμβασης αναδιάρθρωσης και ως εκ τούτου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ίσχυε μόνο η περιορισμένη αναστολή του άρθρου 16 ν. 4738/2020, η οποία δεν απαγορεύει την κοινοποίηση νέας επιταγής, κατά τα ανωτέρω, ενώ η αυτοδίκαιη και πλήρης αναστολή του άρθρου 19 παρ. 5 αρχίζει μόνο από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Σύρο στις … Δεκεμβρίου 2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κύλιση στην κορυφή